Αυτά που μας φαίνονται άσχημα, αυτά μας αφήνουν στην ψυχή περισσότερον κέρδος,...

Αυτά που μας φαίνονται άσχημα, αυτά μας αφήνουν στην ψυχή περισσότερον κέρδος, όταν τα υπομένωμεν χωρίς γογγυσμόν

111
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής
Γέροντας Ιωσήφ ο ησυχαστής

Επάσχισα, αγαθέ μου υιέ, ίνα υιόν Ιωσήφ του αμαρτωλού αναδείξω σε. Υστέρως δε υπεράλγησα, διότι με άφησες. Εσχάτως δε πάλιν πολύ σε ηγάπησα. Και γυρίζω ένθεν κακείθεν φωνάζων· Υιέ μου! Υιέ μου! Που ει; Που πορεύει τέκνον μου; Που άφηκες, παιδί μου, το μικρόν της υπακοής σου φορτίον και εβουλήθης βαστάσαι του Σισύφου το βάρος;

Τοιαύτα λέγων εν σιγή περίλυπος μένω, τη σιωπή αποδίδων το πλέον. Και πάλιν μιμνήσκομαι την καλήν σου διακονίαν, όπου τώρα υστερούμαι, και αλησμονώ το αψίνθιον όπου χωρισθείς με επότισες.

Ήλθες, επέρασες πάλιν, υιέ μου, και είπες θα γράψης. Και αληθώς επερίμενα μικράν σου δισύλλαβον. Αλλά, και πάλιν με εγέλασεν, είπα, ο αγαπητός μου υιός. Μόλις δε προ ολίγου ελθών ο καλός μας Διάκονος μοι έφερε φάκελλον. Όπερ ανοίξας με άκραν χαράν –να ιδώ τι γράφεις- δυστυχώς αντί γράμματος εύρον εντός μόνον το φίμωτρον· «πεντακόσιας» τον αριθμόν. Ως να με λέγης· «φάγε και σιώπα»! Καλόν και αυτό, παιδί μου, και όντως πολύ σε ευχαριστώ. Αλλ’ όχι όπως και το μικρόν σου το γραμματάκι!

Αχ παιδί μου! Ο άνθρωπος τελείως κακός δεν είναι ποτέ. Έχει τα καλά του, έχει και τα κακά. Όπου ενθυμούμενος τα καλά του τον εύχεσαι, συγκινείσαι, πονεί η ψυχή σου, παρακαλείς τον Θεόν δι’ αυτόν. Εις δε τα κακά του δεν πταίει αυτός, αλλ’ ο εχθρός ημών διάβολος. Δι’ αυτό μη λυπήσαι, παιδί μου, μηδέ να ενθυμήσαι το παρελθόν. Διότι εκείνα απέρασαν. Ήλθαν μεγαλύτερα στο κεφάλι μου, όπου το εδικόν σου μου ‘φάνηκεν ευωδία.

Έκτοτε πονώ και προσεύχομαι περισσότερον δι’ εσένα. Λοιπόν μη λυπήσαι. Άνθρωποι είμεθα και παραβάσεως τέκνα, την θεμέλιον των προπατόρων μας έχοντες αμαρτίαν. Δι’ αυτό συγκατάβασιν θα μας κάμη ο Κύριος και εν μετανοία όλα τα συγχωρεί.

Συ δε μη λησμονής τας νυκτερινάς πνευματικάς ομιλίας μας που εκάναμε όταν ήρχεσο στο πτωχόν μου καλυβάκι· τας χαρμόσυνας νηστείας, τας αποκρέους ημέρας, την ησυχίαν και σιωπήν, την αδιάλειπτον προσευχήν· την κατανυκτικήν ευωδίαν των κρίνων της ταπεινής ερήμου· τον αγαπητόν μας Γέρο-Αρσένιον όπου σου έκαμεν γλύκισμα και ιλαρώς σε επείραζεν. Αυτά να ενθυμήσαι. Τα δε, όπου μας άφησες, άφησε τα εκείνα, διότι πικραίνεσαι.

Αρκούσιν αυτά τώρα όπου τραβάς.

Αλησμόνησα να σε γράψω ότι τώρα έκτισα χωριστά πιο πέρα ένα μικρόν καλυβάκι. Και δεν ετελείωσεν ακόμη. Και προς ώραν μένω δίπλα σε μίαν σπηλίτσα. Και το έκαμα επειδή ομιλούσαμεν το βράδυ με τον π. Αρσένιον και χαλούσεν η ησυχία μου. Και ήδη έχω θαυμάσιαν ησυχίαν.

Είμαι ο ευτυχέστερος των ανθρώπων. Διότι ζω αμέριμνος, απολαμβάνων το μέλι της ησυχίας χωρίς καμμίαν διακοπήν. Και οπώσουν, αναχωρούσης της χάριτος, ως άλλη χάρις η ησυχία με υποθάλπει στους κόλπους της. Και φαίνονται μικρότερες αι οδύνες και λύπες της πονηράς και μοχθηράς βιοτής. Καθότι αναμίξ ακολουθούσιν αι λύπες και χάριτες της παρούσης ζωής άχρις εσχάτης πνοής.

Είμαι ο ευτυχέστερος των ανθρώπων. Διότι ζω αμέριμνος, απολαμβάνων το μέλι της ησυχίας χωρίς καμμίαν διακοπήν. Και οπώσουν, αναχωρούσης της χάριτος, ως άλλη χάρις η ησυχία με υποθάλπει στους κόλπους της

Δι’ αυτό και ο Φίλιππος ο Μακεδών, ως διηγούνται αι ιστορίες, όταν του ήλθαν ομού τρεις ειδήσεις πλήρεις χαράς και τιμής, έβγαλε το δακτυλίδιν του – μεγάλης αξίας – και το έρριψε εις την θάλασσαν· να μετριάση με την στέρησιν του δακτυλιδίου την υπερβολήν της χαράς· «μήποτε, λέγει, μου έλθουν μαζεμένες αι θλίψεις και δεν δύναμαι να τες υποφέρω».

Βλέπεις, υιέ μου, ότι καίτοι άμοιροι χάριτος, ή των πραγμάτων αλήθεια τους εσόφιζεν να εξαγοράζουν τας περιστάσεις και εμμέτρως να πολιτεύωνται;

Αλλά πόσον ημείς οι τέλειοι Χριστιανοί, οι γευσάμενοι πλουσίως τας δωρεάς του Χρσιτού, οφείλομεν να διάγωμεν θεοφρόνως· εξαγοραζόμενοι τον καιρόν και καρτερικώς υπομένοντες πάντα τα λυπηρά της προσκαίρου ζωής;

Ναι, παιδί μου. Διότι ενόσω ζούμε, αυτή η ζωή δεν έχει ανάπαυσιν. Ζυμωμένη με τα βάσανα είναι. Ανάμικτα όλα· και μακάριος όπου έχει σύνεσιν να κερδαίνη από όλα.

Μάλλον, αυτά που μας φαίνονται άσχημα, αυτά μας αφήνουν στην ψυχή περισσότερον κέρδος, όταν τα υπομένωμεν χωρίς γογγυσμόν.

Πάντως άξιον θαύματος είναι πως γυρνούν, πως περιστρέφουν όλα τα πρόσκαιρα, όλα τα μάταια της παρούσης ζωής. Και γίνονται, μετά μίαν στιγμήν, οι πρώτοι έσχατοι και οι έσχατοι πρώτοι.

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Γέροντος Ιωσήφ, Έκφρασις Μοναχικής Εμπειρίας», Επιστολή 53, Έκδοσις Ιεράς Μονής Φιλοθέου, Αγίον Όρος, 1979, σελ. 296-299

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ