Έχω Γερόντισσα, έχω Γέροντα, μπορώ να λέω τα πάντα – Γερόντισσα Μακρίνα

Έχω Γερόντισσα, έχω Γέροντα, μπορώ να λέω τα πάντα – Γερόντισσα Μακρίνα

43
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου
Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου

Όταν ο μοναχός έχη πίστι, αγάπη και αφοσίωση στους Προεστώτες του, είναι αμέριμνος και αισθάνεται πνευματική ένωσι μαζί τους και είναι όπως το μικρό παιδάκι που το κρατούν από το χέρι οι γονείς του. Δεν μπορεί να έχη λογισμούς, ούτε κατακρίσεις ούτε τίποτε, γιατί ζη συνέχεια μ’ αυτή την θεωρία· κι έτσι θα διανύση την ζωή του μέσα στην Μονή ευχάριστα. Σαν μπουλτόζα θα είναι οι Προεστώτες που θα ανοίγουν, θα καθαρίζουν τον δρόμο και θα περνάη ελεύθερα· και αν έχη δυσκολία, θα τον βοηθούν. Θα βλέπη πότε τον σηκώνη ο ένας στον ώμο, πότε τον σηκώνη ο άλλος και τον βοηθούν στα δύσκολα περάσματα της ζωής του. Κι όταν θα έχη πίστι, όλα θα γίνωνται.

Να κοιτάξουμε πώς να ζήσουμε γνήσια καλογερική, να βιώσουμε σωστά, να γίνουμε μοναχές τέλειες, να μη έχουμε ούτε τον παραμικρό μωμό στην ψυχή μας. Τότε θα είμαστε χαρούμενες. Τότε γεμίζει η ψυχή του ανθρώπου αγαλλίασι και γίνεται ο άνθρωπος θεός κατά Χάριν και δεν έχει καθόλου στενοχώρια, γιατί λέει: «Έχω Γερόντισσα, έχω Γέροντα, μπορώ να λέω τα πάντα· αυτό το είπα, εκείνο το είπα, αυτό το ξεκαθάρισα, τελείωσε η υπόθεσις». Γι’ αυτό οι Προεστώτες κάθονται μέσα και συνέχεια παλεύουν. Κι εγώ γι’ αυτό δεν φεύγω από κοντά σας, φτιάνω, ράνω και λέω, εδώ! Δεν μ’ αρέσει να γυρνάω, γιατί αν βγη κανείς, είναι σαν το ψάρι έξω από το νερό· κάτι θα δη, κάτι θα ακούση, θα τραβηχτή ο νους, κάτι, κάτι…και χάνει η ψυχή το παρθενικό μεγαλείο που έχει, την καθαρότητα που όλη την ημέρα αγωνίζεται ν’ αποκτήση. Βγαίνοντας έξω θα το χάση, δεν μπορεί· θα αργολογήση, θα γελάση, θα δη, θα πη, θα κάνη. Θα φύγη το παρθενικό μεγαλείο που αγωνίζεται η ψυχή να έχη. Όταν πήγαμε στην Χίο, στην αγία Μαρκέλλα, επισκεφθήκαμε το Μοναστήρι εκείνο όπου ήταν τα κοριτσάκια που γνώριζα κι έχει πάει και η μητέρα τους τώρα. Είναι άβατο, δεν βγαίνουν καθόλου έξω απ’ την Μονή· βλέπεις λοιπόν κάτι πρόσωπα, δεν μπορώ να σας περιγράψω τα προσωπάκια τους· ήταν τόσο αγνά και μας είπανε: «Εδώ είμαστε από τότε που ήρθαμε και δεν έχουμε βγη έξω από την Μονή». Μπήκανε και δεν ξαναβγήκανε και κατ’ ευθείαν θα θαφτούνε εκεί. Μόνο για μεγάλη ανάγκη, εγχείρησι σοβαρή, τότε θα πάνε στο νοσοκομείο· κατά τα άλλα τίποτε, και βλέπεις την αγνότητα, την καθαρότητα, τα προσωπάκια τους λάμπουν σαν χιόνι. Το παρθενικό πολίτευμα το βλέπεις στο πρόσωπό τους. Πολλή αγνότητα· και λες, κοίταξε, τις τραβάει μέσα η Χάρις του Θεού. Ο Θεός τις χαριτώνει, τους δίνει ζωή, τους δίνει Χάρι. Δουλεύεις σ’ ένα άνθρωπο και λέει: «Αχ, αυτός μου δούλεψε παραπάνω, θα τον πληρώσω απ’ ότι είναι κανονισμένο πιο πολύ». Ο Θεός που για την αγάπη του στερείσαι να βγης έξω, να κάνης το ένα, το άλλο, δεν θα σε πληρώση; Τι είναι ο Θεός; Δεν είναι άδικος. Θα σε πληρώση, θα σου δώση δώρα. Αν ένας άνθρωπος έχη συναίσθησι και κοιτάζη να σε ανταμείψη στη δουλειά που του κάνεις, την καθαρή, την ωραία, την βία που βάζεις και τον χρόνο που θυσιάζεις, ένας Θεός πόσο θα σε ανταμείψη! Να πάρουμε απόφασι και να πούμε: «Τώρα θα πω δύο λογάκια στον Χριστό μου, θα επικοινωνήσω μαζί Του». Ο φρουρός στέκεται στα ανάκτορα, ούτε μάτι γυρίζει ούτε κουνιέται ούτε πόδι ούτε χέρι ούτε τίποτε. Όταν κι εμείς θα έχουμε τέτοια βία στον εαυτό μας, ο Θεός θα μας δωρήση πράγματα πνευματικά, ψυχικά, που δεν μπορεί κανείς να τα συλλάβη, δεν μπορεί να τα εξηγήση η γλώσσα μας, είναι πήλινη· δεν εξηγούνται τα μεγαλεία του Θεού.

Απόσπασμα από το βιβλίο: Γερόντισσα Μακρίνα Βασσοπούλου 1921-1995, Λόγια Καρδιάς, Έκδοσις Ι.Μ. Παναγίας Οδηγήτριας, Πορταριά Βόλου, σελ. 258-260

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ