Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ 20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

20 ΔΕΚΕΜΒΡΙΟΥ

985
Συναξάρι Δεκεμβρίου
20 Δεκεμβρίου
  • Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος καὶ ἱεροµάρτυρας
  • Ὁ Ὅσιος Φιλογόνιος, Πατριάρχης Ἀντιοχείας
  • Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ῥάφτης, νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Θάσο
  • Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης (Ῥῶσος)
  • Ὁρισµένα Συναξάρια, τοποθετοῦν αὐτὴν τὴν ἡµέρα, τὰ προεόρτια (ἢ τουλάχιστον τὴν ἀρχὴ τῶν προεορτίων) τῆς κατὰ σάρκα Γεννήσεως τοῦ Κυρίου καὶ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡµῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ
 

Ὁ Ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος καὶ ἱεροµάρτυρας

Ὁ χρόνος γέννησης καὶ ἡ ἐθνικότητα τοῦ Ἁγίου Ἰγνατίου εἶναι ἀσαφῆ. Στὸν θρόνο τῆς Ἀντιοχείας ὁ Ἰγνάτιος ἀνέβηκε µεταξὺ 68-70 µ.Χ. Ποίµανε σὰν ἀποστολικὸς διδάσκαλος καὶ στάθηκε φρουρὸς τῶν ψυχῶν τοῦ ποιµνίου του. Ὅταν ὁ Τραϊανὸς διέταξε διωγµὸ κατὰ τῶν Χριστιανῶν, θαρραλέα ὁ Ἰγνάτιος, ἐνῷ ὁ βασιλιὰς περνοῦσε ἀπὸ τὴν Ἀντιόχεια, παρουσιάστηκε µπροστά του καὶ ὑπεράσπισε τὰ δίκαια τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀλήθεια τῆς χριστιανικῆς πίστης. Τότε ὁ Τραϊανὸς, διέταξε τὴν σύλληψη τοῦ Ἰγνατίου καὶ τὴν µεταφορά του στὴν Ῥώµη. Οἱ χριστιανοὶ τῆς Ῥώµης σκόπευαν νὰ τὸν ἀπαλλάξουν ἀπὸ τὸ µαρτύριο, ἀλλὰ ὁ Ἰγνάτιος, µὲ φλογερὴ δίψα πρὸς τὸ µαρτύριο, ἔγραψε σ΄ αὐτοὺς νὰ ἀφήσουν νὰ γίνει τὸ θέληµα τοῦ Θεοῦ. Ἔτσι, τὴν 20ή Δεκεµβρίου τοῦ ἔτους 107 µ.Χ., τὸν ἔριξαν στὸ ἀµφιθέατρο, ὅπου πεινασµένα θηρία τὸν κατασπάραξαν. Διασώθηκαν µόνο τὰ µεγαλύτερα ἀπὸ τὰ ὀστά του, ποὺ µεταφέρθηκαν καὶ τάφηκαν µὲ τιµὲς στὴν Ἀντιόχεια. Ἀργότερα µετακοµίσθηκαν στὴν Ῥώµη (β΄ ἀνακοµιδὴ τὸ 540 µ.Χ. καὶ ἐναπετέθησαν στὸν Ἱερὸ Ναὸ τοῦ Ἁγίου Κλήµεντος). Ἔτσι, ὁ Ἰγνάτιος ἔµεινε µέχρι τέλους πιστὸς στὴν διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ καὶ «ὁ µένων ἐν τῇ διδαχῇ τοῦ Χριστοῦ, οὗτος καὶ τὸν πατέρα καὶ τὸν υἷον ἔχει». Ἐκεῖνος δηλαδή, ποὺ µένει στὴν διδαχὴ τοῦ Χριστοῦ, αὐτὸς καὶ τὸν Πατέρα καὶ τὸν Υἱὸ ἔχει, διότι αὐτὸς ἔγινε ναὸς τοῦ Θεοῦ καὶ ἑποµένως φέρει µέσα τοῦ τὸν Θεό. Γι΄ αὐτὸ καὶ ὁ Ἰγνάτιος ἐπονοµάσθηκε Θεοφόρος.

Ὁ Ὅσιος Φιλογόνιος, Πατριάρχης Ἀντιοχείας

Ὅπως ὁ Χρυσόστοµος, ὁ Βασίλειος, ὁ Ἀµβρόσιος καὶ τόσοι ἄλλοι διαπρεπέστατοι ποιµένες τῆς Ἐκκλησίας, ἔτσι καὶ ὁ Φιλογόνιος διακρίθηκε στὴν ἀρχὴ σὰν δικηγόρος. Τόσο ἡ εὐγλωττία του, ὅσο καὶ ἡ ἀναµφισβήτητη καὶ ὑπέροχη εὐσέβεια καὶ χρηστότητά του, ἔκαναν τοὺς χριστιανούς, καθὼς λέει γι᾿ αὐτὸν ὁ θεῖος Χρυσόστοµος, νὰ τὸν ἁρπάξουν µέσα ἀπὸ τὴν ἀγορὰ καὶ νὰ τὸν ἐξαναγκάσουν νὰ δεχτεῖ τὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς µεγάλης καὶ περίλαµπρης ἐκείνης πόλης. Ἀπὸ τὸν Χρυσόστοµο πάλι µαθαίνουµε, ὅτι ὁ Φιλογόνιος τὸ δικηγορικό του ἐπάγγελµα εἶχε ἐξασκήσει σὰν ἱερὴ διακονία, ὑπερασπίζοντας πάντοτε τοὺς ἀδικηµένους καὶ προστατεύοντας αὐτοὺς ἀπὸ τὰ ἀδικήµατα τῶν ἰσχυροτέρων. Καὶ συνεχίζει ὁ Χρυσόστοµος νὰ µᾶς πληροφορεῖ ὅτι ὁ λαµπρὸς αὐτὸς ἐπίσκοπός της Ἀντιοχείας ἦταν παντρεµένος καὶ χειροτονήθηκε ἔχοντας τὴν γυναῖκα του καὶ τὴν θυγατέρα του. Καὶ αὐτὸ δὲν τὸν ἐµπόδισε καθόλου στὸ νὰ ἀφιερώσει ὅλες του τὶς δυνάµεις γιὰ τὴν ποίµνη ποὺ τοῦ ἐµπιστεύτηκαν. Ὁ Φιλογόνιος ἔζησε ἐπὶ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ πέθανε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης ὁ ῥάφτης, νεοµάρτυρας ἀπὸ τὴν Θάσο

Τὸ ἡρωικὸ αὐτὸ παιδὶ γεννήθηκε στὸ χωριὸ Μαριαῖς τοῦ νησιοῦ Θάσου. Σὲ ἡλικία 14 ἐτῶν ἦλθε στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ µάθαινε τὴν τέχνη τοῦ ῥάφτη στὸν Γαλατᾶ. Κάποτε πῆγε σ΄ ἕνα κατάστηµα Ἑβραίου ἐµπόρου γιὰ ν΄ ἀγοράσει κλωστὲς καὶ φιλονίκησε µ΄ αὐτόν. Ὁ Ἑβραῖος βρῆκε εὐκαιρία καί, τὴν ὥρα ποὺ ὁ Χόντζας βρισκόταν πάνω στὸν µιναρέ, κατηγόρησε τὸν Ἰωάννη ὅτι βρίζει τὴν πίστη καὶ τὸ προσκύνηµα τῶν Τούρκων. Ὅταν τὸ παιδὶ ὁδηγήθηκε µπροστὰ στὸν βεζίρη καὶ πιεζόταν ν΄ ἀρνηθεῖ τὸν Χριστό, µὲ γενναιότητα ἀπάντησε: «Δὲν θ΄ ἀρνηθῶ ποτὲ τὸν γλυκύτατό µου Ἰησοῦ Χριστό, καὶ ἂν ἀκόµα µύρια βάσανα µοῦ κάνετε καὶ τὸ βασίλειό σας ὅλο µοῦ χαρίσετε». Βλέποντας ὁ βεζίρης τὴν ἀµετάθετη γνώµη τοῦ παιδιοῦ, διέταξε τὸν ἀποκεφαλισµό του. Ἔτσι στὴν τοποθεσία «Τσαρσὶ τῶν γουναράδων» ὁ δήµιος ἔκοψε µαρτυρικὰ λίγο-λίγο τὸ κεφάλι τοῦ ἡρωικοῦ παιδιοῦ στὶς 20 Δεκεµβρίου 1652. Τὸν βίο τοῦ Ἁγίου συνέγραψε ὁ Ἰωάννης Καρυοφύλλης καὶ ὁ Μελέτιος Συρίγου.

Ὁ Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κρονστάνδης (Ῥῶσος)

Στοιχεῖα γιὰ τὴν ζωή του παίρνουµε ἀπὸ τὸ βιβλίο «Ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης» τοῦ ἐπισκόπου Ἀλεξάνδρου Σεµενὼφ – Τιαν – Σάνσκυ, ποὺ τὸ µετέφρασε ὁ ἀρχιµανδρίτης Τιµόθεος, Καθηγούµενος τῆς Ἱ. Μονῆς Παρακλήτου Ὠρωποῦ καὶ τὸ ἐξέδωσε ἡ ἴδια ἡ Μονή. Αὐτὸς ὁ Ἅγιος Ἰωάννης λοιπόν, γεννήθηκε στὶς 18 Ὀκτωβρίου τοῦ 1829 στὸ χωριὸ Σούρα τοῦ νοµοῦ Ἀρχάγγελκ καὶ τὸ πρῶτο του ὄνοµα ἦταν Ἰβὰν Ἠλὶτς Σέργιεφ. Οἱ γονεῖς του ὀνοµαζόταν Ἠλίας Μιχαήλοβιτς Σέργιεφ καὶ ἦταν ἱεροψάλτης, ἡ δὲ µητέρα του Θεοδώρα Βλάσιεβνα. Στὴν ἀρχὴ τὰ γράµµατα τὰ «ἔπαιρνε» δύσκολα, ἀλλὰ κατόπιν προχώρησε καὶ µὲ κρατικὴ ὑποτροφία. Τὸ 1851 µπῆκε στὴν Θεολογικὴ Ἀκαδηµία τῆς Πετρουπόλεως. Μετὰ τὴν ἀποφοίτησή του ἀπὸ τὴν Σχολή, παντρεύτηκε τὴν Ἐλισάβετ Κωνσταντίνοβα καὶ τοῦ πρότειναν νὰ ἀναλάβει θέση ἱερέα στὸν καθεδρικὸ ναὸ τῆς Κρονστάνδης, ἀφιερωµένο στὸν Ἅγιο Ἀνδρέα τὸν Πρωτόκλητο. Στὶς 11 Νοεµβρίου 1855 ἔγινε ἡ χειροτονία του σὲ διάκονο καὶ τὴν ἑποµένη σὲ πρεσβύτερο. Χειροτονήθηκε στὴν Πετρούπολη ἀπὸ τὸν ἐπίσκοπο Βιννίσκυ Χριστόφορο στὸν ναὸ τῶν Ἁγίων Πέτρου καὶ Παύλου. Ἀπὸ ἐκεῖ καὶ πέρα ἀρχίζει µία τέτοια πνευµατικὴ ἀνοδικὴ πορεία, ποὺ εἶναι ἀδύνατο νὰ περιγράψει κανεὶς µέσα σὲ λίγες γραµµές. Ὑπῆρξε φωτεινὸ παράδειγµα λειτουργοῦ ἱερέως, ἄριστος ποιµένας, ἀφοῦ ἵδρυσε πολλὰ εὐαγῆ ἱδρύµατα καὶ ἔδωσε ὅλον τοῦ τὸν ἑαυτὸ στὴν βοήθεια τῶν συνανθρώπων του. Ἐπίσης συνέγραψε πολὺ πνευµατικὰ ἔργα καὶ ὁ Θεὸς τοῦ εἶχε δωρίσει τὸ χάρισµα νὰ θαυµατουργεῖ διὰ τῶν θερµῶν τοῦ προσευχῶν. Πέθανε στὶς 7.40’ τὸ πρωὶ τῆς 20ῆς Δεκεµβρίου τοῦ 1908, σὲ ἡλικία 80 χρονῶν, ἀφήνοντας πίσω του ἕνα τεράστιο πνευµατικὸ ἀλλὰ καὶ ὑλικὸ ἔργο γιὰ τὸ ποίµνιό του.

 

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη