Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

27 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

966
Συναξάρι Αυγούστου
27 Αὐγούστου
  • Ὁ Ὅσιος Ποιµὴν
  • Ὁ Ἅγιος Λιβέριος ὁ Ὁµολογητής, Πάπας Ῥώµης
  • Ὁ Ἅγιος Ὅσιος, ἐπίσκοπος Κορδούης τῆς Ἱσπανίας
  • Βάπτιση τοῦ Αἰθίοπα Εὐνούχου, ἀπὸ τὸν Ἅγιο Φίλιππο
  • Ἡ Ἁγία Ἀνθοῦσα ἡ νέα
  • Ὁ Ἅγιος Φανούριος ὁ Νεοφανής, ὁ Μεγαλοµάρτυρας
  • Ὁ Ἅγιος Ἀρκάδιος ὁ βασιλιάς
  • Ὁ Ὅσιος Θεόκλητος
Ὁ Ὅσιος Ποιµὴν
Μαζὶ µὲ τὰ ἄλλα ἀδέλφια του ἔκαναν µικρὴ µοναχικὴ ἀδελφότητα σὲ µία µικρὴ σκήτη στὴν Αἴγυπτο. Ἡγούµενος αὐτῆς τῆς ἀδελφότητας ἦταν ὁ Ποιµήν, ποὺ εἶχε ὅλα τὰ προσόντα πραγµατικοῦ ποιµένα ψυχῶν. Ἡ φήµη του εἶχε φθάσει σὲ µακρινὲς περιοχὲς καὶ πολὺς κόσµος ἐρχόταν νὰ τὸν δεῖ καὶ νὰ τὸν συµβουλευθεῖ. Αὐτός, ὅµως, δεχόταν µόνο τοὺς µικροὺς καὶ ταπεινούς. Ὅσοι ἔρχονταν ἀπὸ περιέργεια, δὲν τοὺς δεχόταν, ἔστω καὶ ἂν ἦταν ἄρχοντες. Κάποτε ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς θύµωσε ποὺ δὲν τὸν δέχθηκε. Καὶ ἐπειδὴ ἦταν δικαστής, συνέλαβε τὸ µοναχογιὸ τῆς ἀδελφῆς τοῦ ὁσίου, µὲ τὴν ἰδέα ὅτι τώρα θὰ ἐρχόταν ὁ ἴδιος ὁ Ποιµὴν σ᾿ αὐτόν.
Ὁ ὅσιος, ὅµως, ἔγραψε πρὸς αὐτόν: «Ἐξέτασον τὸν ἀνεψιόν µου κατὰ τοὺς νόµους. Εἶναι ἔνοχος; Τιµώρησέ τον. Ἐὰν ὅµως δὲν εἶναι, κᾶµε ὅπως θέλεις». Ὁ δικαστὴς θαύµασε τὰ γραφόµενα τοῦ ὁσίου καὶ ἀµέσως ἀπέλυσε τὸν ἀνεψιό του. Ὅλα αὐτά, βέβαια, τὰ κατάφερνε ὁ Ποιµήν, διότι καλλιεργοῦσε τὸ θεµέλιο τῶν ἀρετῶν, τὴν ταπεινοφροσύνη. Συχνὰ µάλιστα ἔλεγε: « Ὁ ἄνθρωπος ἔχει ἀνάγκη ἀπὸ τὴν ταπείνωσιν, ὅσην ἀπὸ τὸν ἀέρα τὸν ὁποῖον εἰσπνέει. Ἡ ταπεινοφροσύνη τοῦ πνεύµατος εἶναι ἡ ζωὴ τῆς ψυχῆς». Ὁ Ὅσιος Ποιµὴν πέθανε εἰρηνικά, προκόπτοντας σὲ ὅλες τὶς χριστιανικὲς ἀρετές.

Ὁ Ἅγιος Λιβέριος ὁ Ὁµολογητής, Πάπας Ῥώµης

Διαδέχτηκε στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο τῆς Ῥώµης τὸν Πάπα Ἰούλιο. Ὅπως αὐτὸς ἔτσι καὶ ὁ Αἰθέριος, ἦταν συνήγορος τοῦ Ἀθανασίου τοῦ Μεγάλου στοὺς ἀγῶνες, ποὺ ὁ πρόµαχος ἐκεῖνος τῆς ὀρθοδοξίας διεξήγαγε κατὰ τοῦ Ἀρειανισµοῦ καὶ ὑπὲρ τοῦ Ὀρθοδόξου Συµβόλου. Ἀκόµα, ὁ Αἰθέριος προστάτεψε τὸν Ἀρχιεπίσκοπο Κωνσταντινουπόλεως Παῦλο τὸν Α´, ὅταν ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος (337 µ.Χ.) ἐπανειληµµένα καταδίωξε γιὰ τὴν ὀρθόδοξη συµπεριφορά του. Καὶ ὅταν ὁ Πάπας Λιβέριος ἦλθε τὴν Κωνσταντινούπολη καὶ διαφώνησε στὰ ἐκκλησιαστικὰ ζητήµατα µὲ τὸν προστάτη τοῦ Ἀρειανισµοῦ, αὐτοκράτορα Κωνστάντιο, αὐτὸς τὸν ἐξόρισε στὴν Θεσσαλονίκη. Κατόπιν ὅµως ἐπανῆλθε στὸ θρόνο του, καὶ ὁ θάνατος τὸν βρῆκε νὰ ποιµαίνει πάντοτε θεάρεστα τὴν ἐκκλησία του. Ὁ δὲ Σ. Εὐστρατιάδης, γιὰ τὸν ἅγιο Αἰθέριο, ἀναφέρει ὅτι ἦταν «ἐκ τῶν ὀρθοδόξων παπῶν τῆς Ῥώµης, τῶν πολεµησάντων τὸν Ἀρειανισµόν. Ἀπὸ τοῦ 352 ἐπίσκοπος τῆς Ῥώµης, συνετέλεσε νὰ καταλάβωσι τοὺς οἰκείους θρόνους οἱ πρὸς αὐτὸν καταφυγόντες Ἀλεξανδρείας Ἀθανάσιος καὶ Παῦλος ὁ ὁµολογητής· ἀλλ᾿ ὁ Ἀρειανὸς αὐτοκράτωρ Κωνστάντιος µετὰ τὸν θάνατον τοῦ ἀδελφοῦ αὐτοῦ Κώνσταντος, µετεκάλεσεν αὐτὸν εἰς Κωνσταντινούπολη καὶ προσεπάθησε νὰ τὸν ἑλκύσῃ εἰς τὴν αἵρεσιν τοῦ Ἀρείου, καὶ µὴ πεισθέντα ἐξώρισεν εἰς Θράκην (354)· ἐπανῆλθεν εἰς τὸν θρόνον τῷ 358, τῇ ἀξιώσει τῶν χριστιανῶν τῆς Ῥώµης καὶ ἀπέθανεν ἐν εἰρήνῃ τῷ 365 (κατ᾿ ἄλλους τῷ 366)».

Ὁ Ἅγιος Ὅσιος, ἐπίσκοπος Κορδούης τῆς Ἱσπανίας

Ἔζησε στὰ χρόνια τοῦ Μεγάλου Κωνσταντίνου καὶ διακρίθηκε γιὰ τὴν ἀρετὴ καὶ τὴν γενναία συµµετοχή του στοὺς ἀγῶνες ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας. Πῆρε µέρος στὴν Α´ Οἰκ. Σύνοδο, ποὺ ἔγινε στὴ Νίκαια, καθὼς καὶ σ᾿ αὐτὴν τῆς Σαρδικῆς, τὸ ἔτος 347. Ἐπίσης συνέπραξε στὸ ν᾿ ἀθῳωθεῖ ὁ Μέγας Ἀθανάσιος ἀπὸ τὶς ἐναντίον του κατηγορίες ἐκ µέρους τῶν Ἀρειανῶν. Ἀλλ᾿ ἐπειδὴ ὁ αὐτοκράτορας Κωνστάντιος καταδίωκε ἀµείλικτα τὸν Ἀθανάσιο, τὸ ἴδιο ἔκανε καὶ στὸν Ἱεράρχη τῆς Κορδούης, Ὅσιο, ποὺ ὑπέβαλε σὲ πολλὲς ἐξορίες καὶ κακοπάθειες. Ὁ Ὅσιος ὅµως, κράτησε ὄρθιο τὸ ὀρθόδοξο φρόνηµά του µέχρι τέλους. Δίκαια λοιπὸν τὸν ἐγκωµιάζει γι᾿ αὐτὰ ὁ Θεοδώρητος, ὁ δὲ Μέγας Ἀθανάσιος τὸν τιτλοφορεῖ πατέρα τῶν Ἐπισκόπων.

Βάπτιση τοῦ Αἰθίοπα Εὐνούχου, ἀπὸ τὸν Ἅγιο Φίλιππο

Βλέπε Η´ Κεφάλαιο τῶν Πράξεων τῶν Ἀποστόλων, στίχοι 5 ἕως 12.

Ἡ Ἁγία Ἀνθοῦσα ἡ νέα

Μαρτύρησε, ἀφοῦ τῆς ἔβαλαν τρίχινο κουρέλι καὶ µία µεγάλη πέτρα στὸ λαιµὸ καὶ τὴν ἔριξαν µέσα σ᾿ ἕνα πηγάδι.

Ὁ Ἅγιος Φανούριος ὁ Νεοφανής, ὁ Μεγαλοµάρτυρας

Ἄγνωστος στοὺς ἀρχαίους Συναξαριστές. Ἔγινε γνωστὸς ἀπὸ τυχαία εὕρεση τῆς εἰκονας του τὸν 14ο αἰῶνα στὴ Ῥόδο, ὅταν ἔσκαβαν παλιὰ σπίτια στὸ νότιο µέρος τοῦ παλιοῦ τείχους. Ἐκεῖ βρέθηκε ἀρχαῖος ναὸς µὲ πολλὲς κατεστραµµένες εἰκόνες καὶ µεταξὺ αὐτῶν καὶ ἡ καλὰ διατηρηµένη εἰκόνα ἐπὶ τῆς ὁποίας ὁ τότε µητροπολίτης Ῥόδου Νεῖλος ὁ Β´ ὁ Διασπωρινός(;) (1355-1369) διάβασε τὸ ὄνοµα τοῦ Ἁγίου «ὁ ἅγιος Φανῶ». Ὁ Ἅγιος παριστανόταν σὰν νεαρὸς στρατιώτης, κρατώντας στὸ δεξιό του χέρι σταυρό, πάνω στὸν ὁποῖο ἦταν λαµπάδα ἀναµµένη, γύρω δὲ ἀπὸ τὴν εἰκόνα τὰ 12 µαρτύρια του. Τὸν ἀρχαῖο αὐτὸ ναὸ ἀνοικοδόµησε ὁ Νεῖλος καὶ τὸν ἀφιέρωσε στὸ ὄνοµα τοῦ ἁγίου Φανουρίου, ποὺ ὅπως φαίνεται συνέταξε καὶ τὴν Ἀκολουθία του. (Ἡ ἀναφορὰ στὸ Νέο Λειµωνάριο ὅτι ἡ εἰκόνα τοῦ Ἁγίου βρέθηκε τὸ 1500, εἶναι λανθασµένη. Διότι ὁ ἐπίσκοπος Ῥόδου Νεῖλος ἔζησε τὸν 14ο αἰῶνα).

Ὁ Ἅγιος Ἀρκάδιος ὁ βασιλιάς

Κανεὶς ἀπὸ τοὺς Συναξαριστὲς δὲν ἀναφέρει τὸν βασιλιὰ Ἀρκάδιο (395-408) σὰν Ἅγιο. Συναντᾶται ἡ µνήµη του µόνο στὸ Ἱεροσολυµιτικὸ Κανονάριο (σελ. 105 ἔκδ. Καλλίστου ἀρχιµ.) µαζὶ µὲ τὸν ἅγιο Μαρτύριο. Ἴσως ἡ Ἐκκλησία τῶν Ἱεροσολύµων νὰ εἶχε κάποιους σηµαντικοὺς λόγους νὰ τὸν κατατάξει µεταξὺ τῶν Ἁγίων της.

Ὁ Ὅσιος Θεόκλητος

Ἄγνωστος στοὺς Συναξαριστές. Συναντᾶται στὸν Πατµιακὸ Κώδικα 266 ὡς ἑξῆς: «Τῇ αὑτῇ ἡµέρᾳ τοῦ ὁσίου Θεοκλήτου. Οὗτος ἦν ἀπὸ Κωνσταντινουπόλεως, ἀξίαν ἔχων µαγίστρου, καὶ καταλιπῶν τὸν κόσµον ἀνῆλθεν ἐν τῷ ὄρει τοῦ Ὀλύµπου, κακεῖσε ἀποταξάµενος καὶ ἀσκήσας ἔτεσι πλείστοις ἐκοιµήθη».

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη