Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

1 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

994
Συναξάρι Αυγούστου
1 Αὐγούστου
  • Ἡ Πρόοδος τοῦ Τιµίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ
  • Οἱ Ἅγιοι Ἑπτὰ Μακκαβαῖοι, Ἀβεὶµ (ἢ Ἄβιβος), Ἀντώνιος (ἢ Ἀντωνῖνος), Γουρίας, Ἐλεάζαρος, Εὐσεβώνας, Ἀχείµ, Μάρκελλος (ἢ Σάµωνας, ἢ Εὔλαλος ἢ Μᾶρκος), ἡ µητέρα τους, Σολοµονή, καὶ ὁ διδάσκαλός τους, Ἐλεάζαρος
  • Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν στὴν Πέργη τῆς Παµφυλίας, Λεόντιος,      Ἄττος, Ἀλέξανδρος, Κινδέος, Μνησίθεος, Κυριακός, Μηναῖος, Κατοῦνος καὶ Εὔκλεος (ἢ Εὔκλης)
  • Ὁ Ἅγιος Πάπας ὁ νέος
  • Ὁ Ἅγιος Ἐλεάζαρος
  • Ὁ Ἅγιος Κήρυκος
  • Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος
  • Ὁ Ἅγιος Πολύεκτος
  • Οἱ Ἅγιοι Μηνὴς (ἢ Μηνός) καὶ Μηναῖος καὶ οἱ λοιποὶ ἐν τῷ Βιγλεντίῳ, πλησίον τοῦ χαλκοῦ Τετραπύλου
  • Ἡ Ἁγία Ἐλέσα ἡ Ὁσιοµάρτυς ποὺ µαρτύρησε στὰ Κύθηρα
  • Ὁ Ἅγιος Τιµόθεος ὁ Θαυµατουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Προκοννήσου (Προικοννήσου)
Ἡ Πρόοδος τοῦ Τιµίου καὶ ζωοποιοῦ Σταυροῦ

Δηλαδὴ ἡ ἔξοδος τοῦ Τιµίου Σταυροῦ ἀπὸ τὸ παλάτι (ἢ κάτ΄ ἄλλους ἀπὸ τὸ σκευοφυλάκιο τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας) στὴν Πόλη. Βλέπε σχετικῶς καὶ προεόρτια τὴν 31η Ἰουλίου. Ὅµως, ὁ Πατµιακὸς Κώδικας 266 ἀναγράφει ὅτι κατὰ τὴν 1η Αὐγούστου στὴ Μεγάλη Ἐκκλησία ἐτελεῖτο «ἡ Βάπτισις τῶν Τιµίων Ξύλων».

Οἱ Ἅγιοι Ἑπτὰ Μακκαβαῖοι

Ἀβεὶµ (ἢ Ἄβιβος), Ἀντώνιος (ἢ Ἀντωνῖνος), Γουρίας, Ἐλεάζαρος, Εὐσεβώνας, Ἀχείµ, Μάρκελλος (ἢ Σάµωνας, ἢ Εὔλαλος ἢ Μᾶρκος), ἡ µητέρα τους Σολοµονὴ καὶ ὁ διδάσκαλός τους Ἐλεάζαρος «Αὐτοκράτωρ ἐστὶ τῶν παθῶν ὁ εὐσεβὴς λογισµός». Ὁ εὐσεβὴς λογισµὸς εἶναι κυρίαρχος καὶ ἐξουσιαστὴς ἐπὶ τῶν παθῶν. Αὐτὸ µὲ περίσσια ἀνδρεία ἀπέδειξαν οἱ ἑπτὰ ἀδελφοὶ Μακκαβαῖοι µὲ τὴν στάση τους ἀπέναντι στὸ βασιλιὰ τῆς Συρίας, Ἀντίοχο, ὅταν αὐτὸς τοὺς ἔταξε δόξες, τιµὲς καὶ ἐπίγειες ἀπολαύσεις, ἂν αὐτοὶ καταπατοῦσαν τὸ Μωσαϊκὸ νόµο καὶ ἔτρωγαν ἀπὸ τὰ ἀπαγορευµένα φαγητὰ ποὺ τοὺς πρόσφερε. Προηγήθηκε ὁ ἐνενηκονταετὴς διδάσκαλός τους, Ἐλεάζαρος, ποὺ ἐφάρµοσε στὸ ἔπακρο τὸ νόµο ποὺ τοὺς δίδασκε, µὲ ἀποτέλεσµα ὁ Ἀντίοχος νὰ τὸν ῥίξει στὴ φωτιά. Ἐµπνεόµενα ἀπὸ τὴν θυσία τοῦ γέροντα διδασκάλου τους, τὰ ἑπτὰ ἀδέλφια κράτησαν τὴν ἴδια γενναία στάση ἀπέναντι στὸ βασιλιά, ὅταν τοὺς κάλεσε µπροστά του. Στὴν ἀρχὴ ὁ Ἀντίοχος προσπάθησε νὰ τοὺς κολακεύσει µὲ διάφορα ἐγκώµια γιὰ τὴν νιότη τους. Τοὺς εἶπε ὅτι ἂν ἔτρωγαν ἀπὸ τὰ εἰδωλόθυτα ποὺ τοὺς πρόσφερε, θὰ ἀπολάµβαναν µεγάλες τιµές καὶ φυσικὰ θὰ τοὺς ἔσῳζε ἀπὸ τὸ θάνατο. Τότε οἱ ἑπτὰ ἀδελφοὶ ἀπάντησαν στὸν Ἀντίοχο: «χαλεπώτερον γὰρ αὐτοῦ τοῦ θανάτου νοµίζοµεν εἶναι σου τὸν ἐπὶ τῇ παρανόµῳ σωτηρίᾳ ἡµῶν ἔλεον». Δηλαδή, εἶναι περισσότερο ἐπιβλαβὴς καὶ ἀπ΄ αὐτὸν τὸ θάνατο, νοµίζουµε, ἡ συµπάθειά σου γιὰ τὴν παράνοµη σωτηρία µας. Ἐξοργισµένος τότε ὁ Ἀντίοχος, µὲ τροχούς, φωτιὰ καὶ ἀκόντια, ἕναν-ἕναν τοὺς σκότωσε ὅλους. Ὅταν εἶδε αὐτὸ ἡ µητέρα τους, Σολοµονή, ῥίχτηκε µόνη της στὴ φωτιὰ καὶ ἔτσι ὅλοι µαζὶ πῆραν τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Οἱ Ἅγιοι Ἐννέα Μάρτυρες ποὺ µαρτύρησαν στὴν Πέργη τῆς Παµφυλίας, Λεόντιος, Ἄττος, Ἀλέξανδρος, Κινδέος, Μνησίθεος, Κυριακός, Μηναῖος, Κατοῦνος καὶ Εὔκλεος (ἢ Εὔκλης)

Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, µαρτύρησαν στὴν Πέργη τῆς Παµφυλίας, ποὺ βρίσκεται κοντὰ στὶς ὄχθες τοῦ Κέστρου ποταµοῦ. Τὰ ὀνόµατά τους ἦταν τὰ ἑξῆς: Ἄττος, Ἀλέξανδρος, Εὔκλεος, Κατοῦνος, Κινδέος, Κυριακός, Λεόντιος, Μνησίθεος καὶ Μηναῖος. Ὅλοι στὸ ἐπάγγελµα ἦταν γεωργοί, ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Μηναῖο, ποὺ ἦταν µαραγκός. Κατὰ τοὺς διωγµοὺς ἐναντίον τῶν χριστιανῶν, ποὺ ἔκανε ὁ Διοκλητιανός, στὴν Παµφυλία συνέβαινε νὰ εἶναι ἔπαρχος κάποιος Φλαβιανὸς (300 µ.Χ.), ποὺ ἐφάρµοζε µὲ σκληρότητα τὰ αὐτοκρατορικὰ διατάγµατα. Τότε, ἀπὸ τοὺς πιὸ θαρραλέους πιστούς, ποὺ µόνοι τους φανέρωσαν τὴν χριστιανική τους ἰδιότητα µπροστὰ στὸν ἔπαρχο, ἦταν καὶ οἱ ἐννέα αὐτοὶ Ἅγιοι. Ἀφοῦ ἔκαναν τὸ σηµεῖο τοῦ σταυροῦ καὶ κοινώνησαν τῶν ἀχράντων µυστηρίων, ὅρµησαν ὅλοι µαζὶ στὴ φλόγα τοῦ κινδύνου. Παρουσιάστηκαν στὸν Φλαβιανό, ὁµολόγησαν τὸν Χριστὸ καὶ τὸν παρακάλεσαν νὰ πάψει ἐπιτέλους νὰ κακοποιεῖ τοὺς χριστιανούς. Ἐξοργισµένος ὁ Φλαβιανός, διέταξε νὰ τοὺς σύρουν στὸ ναὸ τῆς Ἀρτέµιδος γιὰ νὰ θυσιάσουν στοὺς θεούς. Ἐκεῖνοι, ὄχι µόνο ἀρνήθηκαν νὰ θυσιάσουν, ἀλλὰ µὲ τὴν προσευχή τους συνέτριψαν καὶ µερικὰ ἀπὸ τὰ εἴδωλα τοῦ ναοῦ. Ὁ ἔπαρχος γεµάτος µανία, ἀφοῦ ξέσκισε τὶς σάρκες τους µὲ σιδερένια νύχια καὶ ἔκαψε τὶς πληγές τους µὲ ἀναµµένες λαµπάδες, τοὺς φυλάκισε. Ἀλλ΄ ἐπειδὴ καὶ οἱ ἐννέα ἐπέµεναν νὰ ὁµολογοῦν τὸν Χριστό, τελικά τοὺς ἀποκεφάλισε.

Ὁ Ἅγιος Πάπας ὁ νέος

«Εἰς σάκκον βληθείς καὶ θίβῃ ἐγκλεισθείς καὶ εἰς θάλασσαν ῥιφθείς, τελειοῦται».

Ὁ Ἅγιος Ἐλεάζαρος

Μαρτύρησε, ἀφού του ἔκαψαν τὸ κεφάλι.

Ὁ Ἅγιος Κήρυκος

Μαρτύρησε διὰ ἀποκεφαλισµοῦ.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Πολύεκτος

Μαρτύρησε, ἀφοῦ τὸν ἔχωσαν µέσα σὲ κοπριά.

Οἱ Ἅγιοι Μηνὴς (ἢ Μηνός) καὶ Μηναῖος καὶ οἱ λοιποὶ ἐν τῷ Βιγλεντίῳ, πλησίον τοῦ χαλκοῦ Τετραπύλου

Ἡ Ἁγία Ἐλέσα, ἡ Ὁσιοµάρτυς ποὺ µαρτύρησε στὰ Κύθηρα

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ ἦταν κόρη ἑνὸς πλούσιου Ἕλληνα, ποὺ ὀνοµαζόταν Ἑλλάδιος. Ἡ δὲ µητέρα της, Εὐγενία, ἦταν στεῖρα ἀλλὰ θεοσεβὴς χριστιανή. Ἔτσι διὰ τῆς προσευχῆς ἀπόκτησε θαυµατουργικὰ τὴν Ἐλέσα, ποὺ ἀνέθρεψε σύµφωνα µὲ τὶς ἐπιταγὲς τοῦ Εὐαγγελίου καὶ κάτω ἀπὸ τὶς δυσκολίες τοῦ εἰδωλολάτρη ἄντρα της. Σὲ ἡλικία 14 χρονῶν ἡ Ἐλέσα ἔµεινε ὀρφανὴ ἀπὸ µητέρα καὶ ἔτσι ἔµεινε αὐτὴ κυρία τοῦ πλούσιου σπιτιοῦ τοῦ πατέρα της. Ἀµέτρητες τότε οἱ εὐεργεσίες καὶ οἱ ἐλεηµοσύνες ποὺ ἔκανε στοὺς στερηµένους καὶ πάσχοντες συνανθρώπους της. Κάποτε ὅµως ὁ πατέρας της τὴν παρακίνησε νὰ παντρευτεῖ κάποιον ἀπὸ τοὺς εἰδωλολάτρες ἄρχοντες· αὐτὴ ὅµως ἀρνήθηκε, διότι ἡ κλήση της ἦταν ἄλλη, αὐτὴ τῆς ἀγγελικῆς πολιτείας. Ἔτσι, ὅταν κάποτε ὁ πατέρας της ἔφυγε γιὰ κάποιο ταξίδι, ἡ Ἐλέσα µοίρασε ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα στοὺς φτωχοὺς καὶ µὲ τὶς πιὸ πιστὲς δοῦλες της, διέφυγε στὰ Κύθηρα. Ἐκεῖ, διὰ τῆς προσευχῆς, ἔκανε πολλὰ θαύµατα. Ὅταν ὅµως ὁ πατέρας της ἐπέστρεψε ἀπὸ τὸ ταξίδι καὶ ἔµαθε τὰ γεγονότα, θύµωσε πολὺ καὶ ἀφοῦ ἀνακάλυψε ποῦ βρισκόταν ἡ Ἐλέσα, ἀναχώρησε γιὰ νὰ τὴν φέρει πίσω. Ἀλλ΄ ἡ γνώµη τῆς Ἔλεσας ἦταν ἀντίθετη αὐτῆς τοῦ εἰδωλολάτρη πατέρα. Τότε αὐτός, ἀφοῦ ἀνελέητα τὴν βασάνισε, τελικὰ τὴν ἀποκεφάλισε καὶ ἔτσι πανάξια ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου. (Ἡ µνήµη τῆς συγκεκριµένης Ἁγίας δὲν ἀναφέρεται πουθενὰ στοὺς Συναξαριστές, τὴν βρίσκουµε σὰν µάρτυρα µόνο στὰ Κύθηρα).

Ὁ Ἅγιος Τιµόθεος ὁ Θαυµατουργὸς Ἀρχιεπίσκοπος Προκοννήσου (Προικοννήσου)

Ἔζησε στὰ µέσα του 6ου αἰῶνα, ἐπὶ βασιλέων Ὶουστίνου τοῦ Θρακός καὶ τοῦ ἀνεψιοῦ του Ἰουστινιανοῦ τοῦ Μεγάλου. Λόγω τῆς µεγάλης του ἀρετῆς, ἔγινε ἐπίσκοπος Προκοννήσου ἢ Προικοννήσου, ποὺ σήµερα λέγεται Μαρµαρᾶς. Τὰ ποιµαντικά του καθήκοντα ἐξάσκησε ἄριστα διὰ τῆς πραότητάς του καὶ διὰ τῆς προσευχῆς. Κάποτε µάλιστα θεράπευσε καὶ τὴν κόρη τοῦ βασιλιᾶ Ἰουστινιανοῦ ἀπὸ δαιµόνιο. Ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὴν 1η Αὐγούστου. Ἀργότερα ἡ βασίλισσα Θεοδώρα, πρὸς ἔνδειξη εὐγνωµοσύνης στὸν Ἅγιο, ἔκτισε Μονὴ στὸ ὄνοµά του, ἐκεῖ ὅπου βρέθηκε τὸ ἅγιο λείψανό του. Ἐκεῖ κοντὰ µάλιστα, βρέθηκε καὶ πηγὴ ἁγιάσµατος.

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη