Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ 3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

3 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ

988
Συναξάρι Αυγούστου
3 Αὐγούστου
  • Οἱ Ὅσιοι Δαλµάτιος ἢ Δαλµάτος, Φαῦστος καὶ Ἰσάκιος ἢ Ἰσαάκιος
  • Ὁ Ἅγιος Στέφανος, Ἱεροµάρτυρας, Πάπας Ῥώµης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ
  • Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ὁµολογητὴς ἡγούµενος τῆς Μονῆς Πατελαρίας
  • Ἡ Ἁγία Σαλώµη ἡ Μυροφόρος
  • Ἡ Ὁσία Θεοκλητὼ ἡ θαυµατουργή
  • Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης καὶ Ἰωάννης ὁ Νέος, Ἐπίσκοποι Ἐφέσου
  • Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ θαυµατουργὸς Ῥωµαῖος Νοβογορδίας (Ῥῶσος)
  • Ὁ Ἅγιος Ὀλύµπιος ἔπαρχος, µάρτυρας
  • Οἱ Ὁσίες Θεοδώρα ἡ ἐξ Αἰγίνης καὶ Θεοπίστη ἡ θυγατέρα της
Οἱ Ὅσιοι Δαλµάτιος ἢ Δαλµάτος, Φαῦστος καὶ Ἰσάκιος ἢ Ἰσαάκιος

Γιὰ τὸν Ἰσαάκιο γράψαµε τὴν 30η Μαΐου. Ἦταν αὐτὸς ποὺ µὲ γενναῖο φρόνηµα προεῖπε τὸ θάνατο τοῦ ἀρειανόφιλου βασιλιᾶ Οὐάλη. Πρᾶγµα ποὺ ἔγινε. Κατόπιν ὁ Ἰσαάκιος, ἐπὶ Μεγάλου Θεοδοσίου, ἦλθε µὲ µεγάλες τιµὲς στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ µόνασε. Ἡ φήµη τοῦ Ἁγίου ἔφερε κοντά του πολλούς, ἀκόµα καὶ ἀπὸ τὴν στρατιωτικὴ τάξη. Ἕνας ἀπ᾿ αὐτοὺς ἦταν καὶ ὁ Δαλµάτιος. Ἄνδρας πλούσιος, µε ἀξιόλογη µόρφωση, ἀνῆκε στὴ στρατιὰ τῶν σχολαρίων. Τόσο πολὺ εἵλκυσε τὴν ψυχή του ὁ Ἰσαάκιος, ὥστε, ἀφοῦ πῆρε καὶ τὸ γιό του Φαῦστο, πῆγε στὴ Μονὴ ὅπου µόναζε ὁ Ἰσαάκιος. Ἐκεῖ, ὁ Δαλµάτιος δὲν ἄργησε νὰ διαπρέψει γιὰ τὸ µεγάλο του ζῆλο µεταξὺ τῶν συµµοναστῶν του. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ Ἰσαακίου, ἐξελέγη παµψηφεῖ ἡγούµενος τῆς Μονῆς. Τόσο δὲ µεγάλη ὑπῆρξε ἡ φήµη του, ὥστε ἡ Μονὴ πῆρε τὸ ὄνοµά του. Ὅταν προαισθάνθηκε τὸ θάνατό του, κάλεσε τὸ γιὸ καὶ συµµοναστή του Φαῦστο καί, ἀφοῦ τὸν εὐλόγησε, τοῦ εἶπε: «Φρόντιζε πάντοτε νὰ καλλιεργεῖς καὶ νὰ διατηρεῖς ἐγκράτεια, ταπείνωση, ὑπακοὴ καὶ ἐλεηµοσύνη. Χωρὶς αὐτὰ ἡ µοναχικὴ ζωὴ ὄχι µόνο δὲ φέρει σωτηρία, ἀλλὰ καὶ προξενεῖ κατάπτωση καὶ µεγάλη ἀπώλεια». Ὁ Φαῦστος, ἀκολουθώντας τὶς ἅγιες συµβουλὲς τοῦ πατέρα του, ἀναδείχθηκε ἄξιος διάδοχός του καὶ τελείωσε τὴν ζωή του µὲ πλήρη κατὰ Χριστὸν ἀρετή.

Ὁ Ἅγιος Στέφανος, Ἱεροµάρτυρας, Πάπας Ῥώµης καὶ οἱ σὺν αὐτῷ

Ἦταν Ῥωµαῖος καὶ ἀνέβηκε στὸ θρόνο τῆς Ῥώµης κατὰ τὸ ἔτος 253 µ.Χ. Αὐτὸς κατηχοῦσε καὶ βάπτιζε χριστιανοὺς πολλοὺς εἰδωλολάτρες, ποὺ προσέρχονταν σ᾿ αὐτόν. Μερικοὺς ἀπ᾿ αὐτοὺς µάλιστα, χειροτόνησε πρεσβύτερους, διακόνους καὶ ἀναγνῶστες, ποὺ ἀργότερα µαρτύρησαν γιὰ τὸν Χριστό. Ὅταν συνελήφθη ὁ Στέφανος καὶ ὁδηγήθηκε στὸν ναὸ τοῦ Ἄρη, προσευχήθηκε καὶ προκλήθηκε σεισµὸς µὲ ἀποτέλεσµα νὰ γκρεµιστεῖ µέρος τοῦ ναοῦ. Τότε οἱ στρατιῶτες φοβισµένοι ἔτρεξαν καὶ ἔφυγαν, ὁ δὲ Ἅγιος πῆγε στὸν τάφο τῆς Ἁγίας Λουκίας, ὅπου ἔκανε ἀναίµακτη θυσία. Ἐκεῖ τὸν βρῆκαν οἱ στρατιῶτες καί, ἀφοῦ τὸν βασάνισαν, τελικὰ τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου. (Ἡ µνήµη του, ἀπὸ ὁρισµένα Συναξάρια, ἐπαναλαµβάνεται καὶ τὴν 7η Σεπτεµβρίου).

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Ὁµολογητὴς ἡγούµενος τῆς Μονῆς Πατελαρίας
 
Ἡ Ἁγία Σαλώµη ἡ Μυροφόρος

Ἦταν πρώτη ἐξαδέλφη τῆς Παναγίας, µητέρας τοῦ Κυρίου µας Ἰησοῦ Χριστοῦ. Εἶχε σύζυγο τὸν Ζεβεδαῖο καὶ γιοὺς τὸν Ἰάκωβο καὶ τὸν Ἰωάννη. Προικισµένη καὶ ἡ ἴδια µὲ ἔνθερµη εὐσέβεια, ἦταν ἀπὸ τὶς γυναῖκες ποὺ ἀκολουθοῦσαν τὸν Χριστό, καὶ συνεισέφεραν στὸ ταµεῖο τῆς ἀποστολικῆς ἀδελφότητας. Ἡ Σαλώµη ἦταν ἐκείνη, παρακινούµενη ἀπὸ µητρικὴ φιλοστοργία, ποὺ παρακάλεσε τὸν Κύριο ὅταν Αὐτὸς πήγαινε γιὰ τελευταία φορὰ στὴν Ἱερουσαλήµ, νὰ τιµηθοῦν οἱ γιοί της µὲ πρωτεύοντα ἀξιώµατα. Διότι εἶχε τὴν ἰδέα, ὅτι ὁ Ἰησοῦς στὴν Ἱερουσαλὴµ ἔµελλε νὰ ἀναστήσει τὸ θρόνο τοῦ Δαβίδ. Ὅµως ἡ Σαλώµη, τὶς στιγµὲς τοῦ φρικτοῦ πάθους τοῦ Κυρίου, καὶ ἐνῷ µαθητὲς καὶ φίλοι ἀπὸ φόβο εἶχαν διασκορπιστεῖ, αὐτή, µαζὶ µὲ µερικὲς ἄλλες πιστὲς γυναῖκες ἦταν ἐκεῖ καὶ κτυποῦσαν ἀπὸ λύπη τὰ στήθη τους. Ἐπίσης ἡ Σαλώµη ἀξιώθηκε νὰ εἶναι µία ἀπὸ τὶς µυροφόρες, στὶς ὁποῖες ὁ ἄγγελος γνωστοποίησε τὴν ἀνάσταση τοῦ Ἰησοῦ. Μετὰ τὴν ἵδρυση τῆς χριστιανικῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλήµ, ἡ Σαλώµη ἐξακολούθησε νὰ διακρίνεται γιὰ τὸ ζῆλο καὶ τὶς ἐλεηµοσύνες της. Ὁ διωγµὸς ἐναντίον τῆς Ἐκκλησίας στὴν Ἱερουσαλήµ, προξένησε µεγάλη λύπη στὴ Σαλώµη. Ἡ καρδιά της ὑπέστη µεγάλο σπαραγµὸ τὴν ἡµέρα ποὺ ὁ Ἡρῴδης ἀποκεφάλισε τὸν πρωτότοκο γιό της, Ἰάκωβο. Ἀλλ᾿ ἡ ἐλπίδα στὸν Χριστὸ τὴν ἐνίσχυσε καὶ µὲ τὴν προσδοκία τῶν αἰωνίων ἀγαθῶν παρέδωσε τὴν ψυχή της εἰρηνικά.

Ἡ Ὁσία Θεοκλητὼ ἡ θαυµατουργή

Ἔζησε κατὰ τὸν 9ο αἰῶνα στὰ χρόνια τοῦ βασιλιᾶ Θεοφίλου τοῦ εἰκονοµάχου καὶ καταγόταν «ἐκ τοῦ θέµατος τῶν Ὀπτιµάτων» (Ὀψικίου). Οἱ γονεῖς της ὀνοµάζονταν Κωνσταντῖνος καὶ Ἀναστασία, καὶ ἦταν ἀρκετὰ πλούσιοι καὶ πρὸ πάντων εὐσεβεῖς χριστιανοί. Ἀνάλογη ἀνατροφὴ ἔδωσαν καὶ στὴν κόρη τους, Θεοκλητώ, ποὺ ἦταν πιστή, εὐσεβής, σεµνὴ καὶ µελετοῦσε ἀκατάπαυστα τὸν θεῖο λόγο. Ὅταν παντρεύτηκε (τὸν Ζαχαρία, ἄνδρα εὐσεβῆ καὶ ἐλεήµονα), ὑπῆρξε πρότυπο χριστιανῆς συζύγου. Τὸ σπίτι της ἦταν συνεχῶς ἀνοικτὸ γιὰ τοὺς δυστυχεῖς, γιὰ τὶς χῆρες, τὰ ὀρφανὰ καὶ τοὺς φτωχοὺς οἰκογενειάρχες. Συχνὰ πήγαινε ἡ ἴδια στὰ φτωχόσπιτα καὶ µοίραζε ἁπλόχερα ἐλεηµοσύνη καὶ περιποίηση στοὺς ἀρρώστους. Ὁ θάνατος τὴν βρῆκε νὰ ἐκτελεῖ τέτοια θεάρεστα ἔργα. Τὸ δὲ λείψανό της ἀξιώθηκε νὰ γίνει ὄργανο πολλῶν ἰαµάτων. (Στὸν κώδικα 73 τῆς Μονῆς Παναγίας τῆς Χάλκης, καλεῖται Θεοκλήτη καὶ ἡ µνήµη της ἀναφέρεται τὴν 21η Αὐγούστου).

Οἱ Ἅγιοι Ἰωάννης καὶ Ἰωάννης ὁ Νέος Ἐπίσκοποι Ἐφέσου

Ἡ µνήµη τους φέρεται σὲ δυὸ Κώδικες, τὸν Πατµιακὸ 266 καὶ τὸν Παρισινὸ 152 Sap ὡς ἑξῆς: «Τῶν ἐν ἁγίοις πατέρων ἡµῶν καὶ ἀρχιεπισκόπων γενοµένων Ἐφέσου, Ἰωάννου τοῦ µοναχοῦ καὶ Ἰωάννου τοῦ νέου». Σὲ Παρισινὸ Κώδικα ἡ µνήµη τους ἐπαναλαµβάνεται καὶ τὴν 4η Αὐγούστου.

Ὁ Ὅσιος Ἀντώνιος ὁ θαυµατουργὸς Ῥωµαῖος Νοβογορδίας (Ῥῶσος)

Ὁ Ἅγιος Ὀλύµπιος ἔπαρχος, µάρτυρας

Βυζαντινὸς ἄρχοντας ἐπὶ τῆς Βασιλείας τοῦ αὐτοκράτορα Ἡρακλείου (610-641), ποὺ θανατώθηκε στὴ φυλακὴ ἀπὸ τὸν Πέρση βασιλιὰ Χοσρόη γιὰ τὴν ὁµολογία του στὴν χριστιανικὴ πίστη.

Οἱ Ὁσίες Θεοδώρα ἡ ἐξ Αἰγίνης καὶ Θεοπίστη ἡ θυγατέρα της

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα γεννήθηκε στὴν Αἴγινα. Μετὰ τὸ γάµο της, ἦλθε στὴ Θεσσαλονίκη λόγῳ ἐπιδροµῶν τῶν Σαρακηνῶν. Ἀσπάστηκε τὸν µοναχισµὸ µετὰ τὸν θάνατο τοῦ συζύγου της καὶ µπῆκε στὴ Μονὴ τοῦ Ἁγίου Στεφάνου µὲ τὴν θυγατέρα της Θεοπίστη. Ἔζησε µὲ πολλὴ ἀρετὴ καὶ κοιµήθηκε τὸ 892. Ἑορτάζονται τὴν 29η Αὐγούστου, ἀλλὰ ἡ γιορτὴ τους µεταφέρθηκε τὴν 3η Αὐγούστου λόγω τῆς γιορτῆς τῆς ἀποτοµῆς τῆς Τιµίας Κεφαλῆς τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόµου.

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη