Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

20 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

979
Συναξάρι Απριλίου
20 Απριλίου
  • Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Τριχινᾶς
  • Οἱ Ἅγιοι Βίκτωρ, Ζωτικός, Ἀκίνδυνος, Καισάριος, Σεβηριανός, Χριστοφόρος, Ζήνων, Θεωνᾶς καὶ Ἀντωνῖνος
  • Ὁ Ἅγιος Ζακχαῖος ὁ ἀπόστολος
  • Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος, ἱεροµάρτυρας, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας
  • Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Παλαιολαυρίτης
  • Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος, κτήτωρ Μονῆς Μετεώρου
  • Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ, συνασκητὴς τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Μετεωρίτη
  • Ὁ Ἅγιος Γαβριήλ (Πολωνός)
 

Ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Τριχινᾶς

«Τὶς ἀσθενεῖ καὶ οὐκ ἀσθενῶ;». Ποιός, δηλαδή, ἀσθενεῖ καὶ δὲν ἀσθενῶ, δὲν συµπάσχω καὶ ἐγὼ µαζί του; Αὐτὴν τὴν φράση τοῦ Ἀποστόλου Παύλου, δικαιωµατικὰ θὰ µποροῦσε νὰ τὴν πεῖ καὶ ὁ Ὅσιος Θεόδωρος ὁ Τριχινᾶς, διότι ἀφιέρωσε ὅλην του τὴν ζωὴ στὴν διακονία τῶν φτωχῶν καὶ τῶν ἀρρώστων. Ὀνοµάστηκε Τριχινᾶς, διότι εἶχε τρίχινα φορέµατα. Ἡ ζωή του ἦταν λιτὴ καὶ µὲ πολλὴ ἐγκράτεια, προκειµένου νὰ δίνει ὅσο γινόταν περισσότερα ἀγαθὰ στοὺς πάσχοντες. Τὴν νύχτα ὁ Θεόδωρος πάντα ἔβρισκε χρόνο γιὰ προσευχὴ καὶ µελέτη. Ζοῦσε µέσα σὲ µία κοινωνία στερηµένων ἀνθρώπων, ποὺ οἱ ἀνάγκες τους ἦταν µεγάλες. (Συναξαριακὲς πηγὲς ἀναφέρουν ὅτι γεννήθηκε στὴν Κωνσταντινούπολη, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς καὶ πλουσίους καὶ ὅτι ἀπὸ πολὺ νέος ἔγινε µοναχὸς στὴν Μονὴ ποὺ ὀνοµάστηκε τοῦ Τριχινᾶ). Γι΄ αὐτὸ παρακινοῦσε πολλοὺς πλουσίους νὰ διαθέτουν ὅσα ἀγαθὰ µποροῦσαν. Πολλοὶ ἀπ΄ αὐτοὺς τοῦ ἔδιναν ἀρκετὰ χρήµατα καὶ εἴδη πρώτης ἀνάγκης, τὰ ὁποῖα ὁ Θεόδωρος διέθετε µὲ πολλὴ διάκριση. Πρῶτα σ΄ ἐκείνους ποὺ εἶχαν περισσότερη ἀνάγκη, ὅπως ὀρφανά, φτωχὲς χῆρες καὶ ἀρρώστους οἰκογενειάρχες. Εὐεργετοῦσε µέχρι καὶ τὴν τελευταία ἡµέρα τῆς ζωῆς του. Ἔτσι, ἰσχύει γι᾿ αὐτὸν ὁ λόγος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, «ἐσκόρπισεν, ἔδωκεν τοῖς πένησιν, ἡ δικαιοσύνη αὐτοῦ µένει εἰς τὸν αἰῶνα». Μοίρασε, δηλαδή, καὶ ἔδωσε ἄφθονα στοὺς φτωχούς, καὶ ἡ ἀρετή του ἀπὸ τὶς ἀγαθοεργίες µένει γιὰ πάντα.

Οἱ Ἅγιοι Βίκτωρ, Ζωτικός, Ἀκίνδυνος, Καισάριος, Σεβηριανός, Χριστοφόρος, Ζήνων, Θεωνᾶς καὶ Ἀντωνῖνος

Ὅλοι µαρτύρησαν στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Διοκλητιανοῦ (284-305) καὶ αἰτία τοῦ ἐνδόξου µαρτυρίου τους ἦταν ὁ µεγαλοµάρτυς καὶ τροπαιοφόρος Γεώργιος. Oἱ µὲν Ἅγιοι Βίκτωρ, Ἀκίνδυνος, Ζωτικός, Ζήνων καὶ Σεθηριανός, ὅταν εἶδαν τὸν Ἅγιο Γεώργιο νὰ µένει ἄθικτος ἐπάνω στὸ βασανιστικὸ ὄργανο τοῦ τροχοῦ, µὲ µία φωνὴ καὶ οἱ πέντε ὁµολόγησαν τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθινό. Ὁ ἀποκεφαλισµός τους ἦταν ἄµεσος καὶ ἔτσι πῆραν τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου. Οἱ δὲ Χριστοφόρος, Θεωνᾶς, Καισάριος καὶ Ἀντωνῖνος ἦταν δορυφόροι τοῦ βασιλιᾶ. Ὅταν λοιπὸν καὶ αὐτοὶ εἶδαν τὸν Ἅγιο Γεώργιο, διὰ τῆς προσευχῆς, νὰ ἔχει ἀναστήσει κάποιον νεκρὸ Ἕλληνα, πέταξαν τὰ διάσηµα τοῦ ἀξιώµατός τους καὶ µπροστὰ στὸν βασιλιὰ καὶ τὸ πλῆθος, ὁµολόγησαν τὸν Χριστὸ Θεὸ ἀληθινό. Ἡ φυλάκισή τους ἦταν ἄµεση. Μετὰ µερικὲς ἡµέρες ὁδηγήθηκαν µπροστὰ στὸν Διοκλητιανὸ καὶ ἀφοῦ τοὺς κρέµασαν, τοὺς ξέσχισαν καὶ τοὺς ἔκαιγαν µὲ ἀναµµένες λαµπάδες. Τελικὰ τοὺς ἔριξαν µέσα στὸ καµίνι τῆς φωτιᾶς καὶ ἔτσι πῆραν τὸ ἔνδοξο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου.

Ὁ Ἅγιος Ζακχαῖος ὁ ἀπόστολος

Ἡ Ἱστορία τοῦ Ζακχαίου βρίσκεται στὸ κατὰ Λουκᾶν Εὐαγγέλιο (ιθ΄,1-10). Εἶναι ὁ γνωστὸς ἀρχιτελώνης τῆς Ἱεριχοῦς, ποὺ ἀνέβηκε στὴν συκοµουριὰ (ἐπειδὴ δὲν τὸν εὐνοοῦσε τὸ ὕψος του) γιὰ νὰ δεῖ τὸν διερχόµενο Ἰησοῦ. Ὁ Κύριος θαύµασε τὴν πίστη του, διέταξε νὰ κατεβεῖ ἀπὸ τὸ δένδρο καὶ νὰ µεταβοῦν µαζὶ στὸ σπίτι του, ἀφοῦ συγχώρησε ὅλα τὰ ἁµαρτήµατα ποὺ εἶχε διαπράξει µέχρι ἐκείνη τὴν στιγµή. Λέγεται ὅτι µετὰ τὴν Ἀνάληψη τοῦ Κυρίου, ὁ Ζακχαῖος ἀκολούθησε τὸν Ἀπόστολο Πέτρο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ χειροτονήθηκε ἀργότερα ἐπίσκοπος Καισαρείας.

Ὁ Ἅγιος Ἀναστάσιος, ἱεροµάρτυρας, ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας

Στοὺς Συναξαριστὲς δὲν βρίσκουµε βιογραφικὸ ὑπόµνηµα. Πολὺ λίγες πληροφορίες γιὰ τὴν ζωή του ἔχουµε ἀπὸ ἄλλες πηγές. Ὅτι δηλαδὴ ἀσκήτευσε στὸ ὄρος Σινᾶ, στὶς ἀρχὲς τοῦ 6ου αἰῶνα καὶ ἀπὸ τὸ Σινᾶ πῆγε στὴν Ἀντιόχεια, ὅπου ἔγινε ἀποκρισιάριος τῆς Ἐκκλησίας Ἀλεξανδρείας. Ὅταν πέθανε ὁ ἐπίσκοπος Ἀντιοχείας, Δόµνος, λαὸς καὶ κλῆρος τὸν ἀνέβασαν στὸν ἐπισκοπικὸ θρόνο Ἀντιοχείας (559). Ὁ αὐτοκράτορας Ἰουστῖνος, µὲ πρόφαση ὅτι δῆθεν κατασπατάλησε τὴν ἐκκλησιαστικὴ περιουσία, τὸν ἐξόρισε τὸ 570 στὰ Ἱεροσόλυµα, ὅπου παρέµεινε µελετῶντας καὶ συγγράφοντας µέχρι τὸ 593, ὅταν ἐπανῆλθε στὸν θρόνο του· πέθανε κατὰ τὸ 599. Τώρα ὅσον ἀφορᾷ τὸ τέλος του, ποὺ οἱ Συναξαριστὲς σηµειώνουν µαρτυρικό, ὅτι δηλαδὴ µαρτύρησε διὰ ξίφους, θετικὲς πληροφορίες δὲν ἔχουµε.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάννης ὁ Παλαιολαυρίτης

Μέσα στὴν οἰκογένειά του φύλαξε ὅλες τὶς ἀρετές, ποὺ ἡ Ἁγία Γραφὴ παραγγέλλει στὰ παιδιά. Τίµησε τὸν πατέρα καὶ τὴν µητέρα του, ὑπάκουσε στὰ θελήµατά τους, ἔδειξε σ΄ αὐτοὺς τὴν µεγαλύτερη τρυφερὴ στοργή, πρόθυµος στὸ νὰ προλαβαίνει τὶς ἐπιθυµίες τους, τύπος τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἀλληλοβοηθείας µεταξὺ τῶν ἄλλων ἀδελφῶν του. Ἀργότερα γύρισε πολλοὺς τόπους προσπαθῶντας νὰ καταρτίζει τὸν ἑαυτό του πνευµατικότερα καὶ κατατάχθηκε στὸν µοναχικὸ βίο. Καὶ ἐδῶ, τήρησε µὲ ἀκρίβεια τὶς ὑποχρεώσεις τοῦ σχήµατός του. Κατόπιν ἱερὸς πόθος τὸν ἔφερε στὴν Ἱερουσαλήµ, ὅπου προσκύνησε τοὺς Ἁγίους Τόπους. Τελευταία τὸν δέχτηκε ἡ Μονὴ τοῦ Ὁσίου Χαρίτωνα καὶ αὐτὴ εἶδε τοὺς µεγάλους πνευµατικοὺς ἀγῶνες του. Ἔφυγε ἀπὸ τὴν ζωὴ αὐτὴ πρὸς τὸν Κύριο, γεµάτος πίστη καὶ ἐλπίδα, ἀφοῦ χρησιµοποίησε τὴν ζωή του γιὰ τὴν δόξα τῆς Ἐκκλησίας καὶ τὴν ἀγάπη τῶν ἀδελφῶν του.

Ὁ Ὅσιος Ἀθανάσιος, κτήτωρ Μονῆς Μετεώρου

Γεννήθηκε στὴν Νέα Πάτρα τῆς Πελοποννήσου τὸ 1305 ἀπὸ γονεῖς ἐπιφανεῖς καὶ πλουσίους. Μικρὸς ἔµεινε ὀρφανὸς ἀπὸ πατέρα καὶ παραδόθηκε στὴν ἐπιµέλεια τοῦ θείου του. Ἀλλ΄ ὅταν κατέλαβαν τὴν πατρίδα του οἱ ξένοι, ἀναχώρησε στὴν Θεσσαλονίκη καὶ ἀπὸ ἐκεῖ στὸ Ἅγιον Ὄρος, ὅπου γνώρισε τοὺς διάσηµους τότε ἀσκητὲς Γρηγόριο τὸν Σιναΐτη τὸν ἡσυχαστή, Ἰσίδωρο τὸν Θεσσαλονικέα, τὸν ὕστερα Οἰκουµενικὸ Πατριάρχη, καὶ ἄλλους ὁσίους ἄνδρες, ἀπὸ τοὺς ὁποίους διδάχθηκε τὴν ὑψηλὴ ἀσκητικὴ ζωή. Ἀφοῦ ἐπισκέφθηκε καὶ ἄλλους τόπους, κατέφυγε στοὺς Σταγούς. Ἐκεῖ, ἐπάνω στὰ πανύψηλα βράχια καὶ συγκεκριµένα ἐπάνω σὲ µία πέτρα τὴν λεγόµενη «Στῦλο», κατοίκησε µὲ δυὸ µαθητές του καὶ ἔκτισε ναό. Τὴν πέτρα ἐκείνη ὀνόµασε «Μετέωρο». Ἐπειδὴ ὅµως οἱ προσερχόµενοι γιὰ ἄσκηση πολλαπλασιάθσηκαν, ἵδρυσε κοινόβιο µὲ ναὸ στὸ ὄνοµα τῆς Μεταµόρφωσης τοῦ Σωτῆρα Χριστοῦ. Ἐκεῖ λοιπὸν πέρασε ἀσκητικὰ τὰ χρόνια του καί, ἀφοῦ ἔζησε 78 ἔτη, ἀπεβίωσε εἰρηνικὰ τὸ 1383.

Ὁ Ὅσιος Ἰωάσαφ, συνασκητὴς τοῦ Ὁσίου Ἀθανασίου τοῦ Μετεωρίτη

Γεννήθηκε στὰ µέσα του 14ου αἰῶνα. Πατέρας του ἦταν ὁ δεσπότης τῆς Ἠπείρου καὶ Θεσσαλίας Συµεὼν Οὐρέσης (Σερβικῆς καταγωγῆς, ἀλλὰ ἀπὸ Ἑλληνίδα µητέρα). Μητέρα του ἡ Θωµαΐδα, θυγατέρα τοῦ δεσπότη τῆς Ἠπείρου Ἰωάννη Β΄ τοῦ Παλαιολόγου. Ὁ Ὅσιος κατὰ τὴν βάπτισή του, πῆρε τὸ ὄνοµα Ἰωάννης καὶ εἶχε µεγάλη κλίση στὴν µοναχικὴ ζωή. Ὅταν πέθανε ὁ πατέρας του καὶ κλήθηκε νὰ ἀναλάβει τὸν θρόνο ὁ Ἰωάννης σὰν διάδοχός του, αὐτὸς προτίµησε τὸ µοναχικὸ ῥάσο, παρὰ τὴν βασιλικὴ πορφύρα. Ἔτσι παραχώρησε τὸν θρόνο στὸν συγγενῆ του, Ἀλέξιο – Ἄγγελο Φιλανθρωπηνό, καὶ αὐτὸς ἐκάρη µοναχός µε τὸ ὄνοµα Ἰωάσαφ στὴν Μονὴ Μετεώρου ἀπὸ τὸν Ὅσιο Ἀθανάσιο. Ἡ πνευµατικὴ συνεργασία µεταξὺ τῶν δυὸ ἀνδρῶν ὑπῆρξε ἄριστη καὶ πολὺ οἰκοδοµητική. Λόγῳ ὅµως βαρβαρικῶν ἐπιδροµῶν στὴν περιοχὴ ἐκείνη, ὁ Ἰωάσαφ ἔφυγε γιὰ τὸ Ἅγιον Ὄρος. Τὸ 1401 ἐπέστρεψε στὸ Μετέωρο καὶ ἐκεῖ µὲ νηστεία καὶ προσευχὴ τελείωσε τὴν ἐπίγεια ζωή του τὸ 1423.

Ὁ Ἅγιος Γαβριήλ (Πολωνός)

Λεπτοµέρειες γιὰ τὴν ζωὴ αὐτοῦ τοῦ Ἁγίου τῆς Ὀρθοδοξίας, µπορεῖ νὰ βρεῖ ὁ ἀναγνώστης στὸ βιβλίο «Ἡ ἐν Ὀρθοδοξίᾳ Ἡνωµένη Εὐρώπη», τοῦ Γ.Ε. Πιπεράκη, Ἐκδ. «Ἑπτάλοφος», Ἀθῆναι 1997.

 

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη