Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

963
Συναξάρι Απριλίου
03 Απριλίου
  • Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ ὁµολογητής, ἡγούµενος Μονῆς Μηδικίου
  • Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ὑµνογράφος
  • Ὁ Ἅγιος Ἐλπιδηφόρος (ἢ Ἐλπιδοφόρος)
  • Οἱ Ἅγιοι Δίος, Βυθόνιος (ἢ Βιθυνίας) καὶ Γάλυκος
  • Ὁ Ὅσιος Ἰλλύριος
  • Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ῥῶσος, ὁ ἀπελεύθερος
  • Ἡ Ἁγία Ἀγάπη ἡ παρθενοµάρτυς
 

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ὁ ὁµολογητής, ἡγούµενος Μονῆς Μηδικίου

Ὁ Ὅσιος Νικήτας ἔζησε µεταξὺ 8ου  καὶ 9ου µ.Χ. αἰῶνα. Καταγόταν ἀπὸ τὴν Καισάρεια τῆς Βιθυνίας καί, βρέφος ἀκόµα, ἔµεινε ὀρφανὸς ἀπὸ µητέρα. Ἡ γιαγιά τους, ὅµως, ἀνέλαβε ἄγρυπνη φροντίδα γιὰ τὸν ἐγγονό της. Ὁ πατέρας του, Φιλάρετος, φρόντισε ἀπὸ πολὺ νωρὶς νὰ ἀρχίσει ἡ ἐκπαίδευσή του. Ὁ δάσκαλός του ἦταν κληρικὸς µὲ µεγάλη παιδαγωγικὴ ἱκανότητα. Ἔτσι, ὁ νεαρὸς Νικήτας προόδευσε γραµµατικὰ καὶ πνευµατικά. Κατόπιν, πῆγε στὴν περίφηµη Μονὴ τοῦ Μηδικίου. Ἐκεῖ, µὲ τὴν πρόθυµη καὶ ἐνάρετη ζωή του κατέκτησε γρήγορα τὴν ἐκτίµηση τῶν ἀδελφῶν του. Μετὰ τὸ θάνατο τοῦ ἡγουµένου τῆς Μονῆς, Νικηφόρου, σύσσωµη ἡ ἀδελφότητα τὸν ἔκανε ἡγούµενο. Ἀπὸ τὴν νέα του θέση, ὁ Νικήτας ἔκανε σκληροὺς ἀγῶνες κατὰ τῶν εἰκονοµάχων, ὅταν αὐτοκράτωρ ἦταν ὁ Λέων ὁ Ε´ ὁ Ἀρµένιος, στὸν ὁποῖο µάλιστα ἀπηύθυνε τὰ ἑξῆς θαρραλέα λόγια, ὅταν αὐτὸς τὸν ἀπείλησε µὲ θάνατο: «Γνώριζε καὶ σὺ βασιλεῦ ἀρνησίθεε, ὅτι ἐµµένω εἰς τοὺς προτέρους λογισµούς µου καὶ τὰς εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ καὶ τῶν ἁγίων σέβοµαι καὶ εἰς τὸ ἰδικόν σου θέληµα δὲν ὑπακούω… Διὰ τοῦτο καὶ σέ, ὁ ὁποῖος ἐπιµένεις νὰ ἀθετῇς τὴν προσκύνησιν τῶν ἁγίων εἰκόνων, καὶ τοὺς ὁµόφρονάς σου ἀναθεµατίζω. Κᾶµε δὲ ὅ,τι θέλεις». Ἡ θαρραλέα αὐτὴ στάση τοῦ Νικήτα ἔγινε ἀφορµὴ νὰ ὑποστεῖ ὁ Ὅσιος πολλὲς φυλακίσεις καὶ ἐξορίες. Τελικά, ἐγκαταστάθηκε σὲ κάποιο µετόχι βόρεια τῆς Κωνσταντινουπόλεως καὶ ἀναδείχθηκε ἕνας ἀπὸ τοὺς περισσότερο πολύαθλους ὁµολογητές.

Ὁ Ὅσιος Ἰωσὴφ ὁ Ὑµνογράφος

Καταγόταν ἀπὸ τὴν Σικελία. Ὁ πατέρας του ὀνοµαζόταν Πλωτῖνος, ἡ δὲ µητέρα του Ἀγάθη, καὶ τὸν ἀνέθρεψαν µὲ τὰ διδάγµατα καὶ τὸ ζωντανὸ πνεῦµα τῆς χριστιανικῆς εὐσέβειας. Ἀπὸ τὴν παιδική του ἡλικία διακρίθηκε γιὰ τὴν προτίµηση ποὺ εἶχε στὰ ἱερὰ γράµµατα καὶ τὴν ἀπαγγελία ἱερῶν ὕµνων, ποὺ ἔψαλλε µὲ πολλὴ αἰσθηµατικότητα καὶ τέχνη. Ὅταν πέθανε, ὁ πατέρας του, µαζὶ µὲ τὴν µητέρα καὶ τὴν ἀδελφή του Ὁσίου, κατέφυγε στὴν Πελοπόννησο. Ἀπὸ ἐκεῖ ὕστερα στὴν Θεσσαλονίκη, ὅπου ἔγινε µοναχὸς καὶ χειροτονήθηκε ἔπειτα ἱερέας. Στὴν νέα του ζωὴ διακρίθηκε γιὰ τὸν ἱερὸ ζῆλο του καὶ τὴν ἀσκητικότητα τῶν συνηθειῶν του. Διέπλασε χαρακτῆρα σύµφωνα µὲ τὴν ἀκρίβεια τῶν χριστιανικῶν παραγγελµάτων, ἀναδείχθηκε πρᾶος, ταπεινόφρων καὶ ἄκακος. Ἐκεῖ ἐπίσης, συστηµατοποίησε τὴν καλλιγραφικὴ ἀντιγραφὴ καὶ σύνθεση ἐκκλησιαστικῶν ὕµνων. Μετὰ ἀπὸ καιρὸ πῆγε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου γνώρισε τὸν Γρηγόριο τὸν Δεκαπολίτη καὶ συγκατοίκησαν γιὰ λίγο µαζὶ σ᾿ ἕνα κελλί. Ἐπειδὴ ὅµως ἀντέδρασε στὰ διατάγµατα τοῦ εἰκονοµάχου βασιλιᾶ Λέοντα τοῦ Ε´, ἐξεδιώχθη στὴν Ῥώµη. Στὸν δρόµο τὸν ἀπήγαγαν πειρατὲς στὴν Κρήτη καὶ ἀπὸ ᾿κεῖ ἐπανῆλθε στὴν Κωνσταντινούπολη, ὅπου καὶ πέθανε σὲ βαθύ γῆρας τὸ 842. Δικό του ἔργο κατὰ µέγα µέρος, ἀποτελεῖ καὶ ἡ λεγοµένη Παρακλητική.

Ὁ Ἅγιος Ἐλπιδηφόρος (ἢ Ἐλπιδοφόρος)

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Οἱ Ἅγιοι Δίος, Βυθόνιος (ἢ Βιθυνίας) καὶ Γάλυκος

Τὰ βιογραφικά τους στοιχεῖα εἶναι συγκεχυµένα. Στὸν Λαυρεωτικὸ Κώδικα 70 ἡ µνήµη τοὺς συνοδεύεται µὲ αὐτὴν τοῦ Μάρτυρα Ἰλαρίωνα, ὁ ὁποῖος ἀλλοῦ δὲν µνηµονεύεται. Σύµφωνα λοιπὸν µὲ τὸν Κώδικα αὐτόν, οἱ Ἅγιοι αὐτοὶ αὐθόρµητα παρουσιάστηκαν στὸν ἄρχοντα τῆς πόλης τους καὶ τοῦ ἔκαναν δριµύτατη παρατήρηση, διότι θὰ θυσίαζε στὰ εἴδωλα καὶ συγχρόνως ὁµολόγησαν ὅτι εἶναι χριστιανοί. Ὁ δὲ πονηρὸς ἄρχοντας τοὺς εἶπε νὰ ἔλθουν στὴν γιορτὴ τῶν εἰδώλων καὶ ἀφοῦ θυσιάσουν σ᾿ αὐτά, θὰ ἔκανε ὅ,τι αὐτοὶ τοῦ ἔλεγαν. Οἱ Ἅγιοι προσποιήθηκαν ὅτι θὰ πήγαιναν. Ὅταν ὅµως ἄρχισε ἡ γιορτὴ καὶ ἦλθε ἡ ὥρα νὰ θυσιάσουν, οἱ Ἅγιοι ἔριξαν κάτω τὰ εἰδωλόθυτα καὶ συνέτριψαν τοὺς εἰδωλολατρικοὺς βωµούς. Τότε οἱ φτωχοί της πόλης, ἔτρεξαν καὶ ἅρπαξαν τὸ χρυσάφι ἀπὸ τοὺς κατεστραµµένους βωµοὺς καὶ ἔφαγαν ὅλα τὰ εἰδωλόθυτα, διότι τὴν ἐποχὴ ἐκείνη στὴν πόλη αὐτὴ ὑπῆρχε πολλὴ πεῖνα. Ὅταν τὸ εἶδε αὐτὸ ὁ ἄρχοντας καὶ οἱ εἰδωλολάτρες, τὸ θεώρησαν µεγάλη προσβολή. Τοὺς ἔδεσαν λοιπὸν µὲ σχοινιὰ καὶ γιὰ τρία 24ωρα τοὺς ἔσερναν µέσα στοὺς δρόµους τῆς πόλης καὶ τοὺς χτυποῦσαν ἀλύπητα µὲ πέτρες, ξύλα καὶ τοὺς ἔκοβαν µὲ τὰ δόντια τὶς σάρκες τους. Στὸ τέλος, ἀφοῦ τοὺς ἔδεσαν µὲ ὀγκόλιθους, τοὺς ἔριξαν µέσα στὴν θάλασσα. Ἀλλ᾿ ἄγγελος Κυρίου τοὺς ἀνέσυρε σώους καὶ ἀβλαβεῖς. Μπροστὰ σ᾿ αὐτὸ τὸ θαῦµα, πολλοὶ εἰδωλολάτρες ἔγιναν χριστιανοί. Κατόπιν ὅµως, οἱ πιὸ πωρωµένοι ἀπ᾿ αὐτούς, τοὺς ἀποκεφάλισαν καὶ ἔτσι ἔλαβαν τὰ στεφάνια τοῦ µαρτυρίου. Ἄλλοι Συναξαριστὲς ὅµως γράφουν, ὅτι ὁ µὲν Βιθύνιος µαρτύρησε ἀφοῦ τὸν ἔριξαν στὴν θάλασσα, ὁ δὲ Γάλυκος ἀφοῦ τὸν ἔριξαν στὰ θηρία καὶ ὁ Δίος µαρτύρησε ἀφοῦ δέχτηκε µία κεραµίδα στὸ κεφάλι.

Ὁ Ὅσιος Ἰλλύριος

Ἀσκήτευσε στὸ ὄρος τοῦ Μυρσινῶνος καὶ ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Παῦλος ὁ Ῥῶσος, ὁ ἀπελεύθερος

Ὁ νεοµάρτυρας αὐτὸς ἦταν Ῥῶσος στὴν καταγωγὴ καὶ σὲ παιδικὴ ἡλικία αἰχµαλωτίσθηκε ἀπὸ τοὺς Τατάρους, ἀπὸ τοὺς ὁποίους τὸν ἀγόρασε κάποιος χριστιανὸς στὴν Κωνσταντινούπολη καὶ τὸν ἐλευθέρωσε. Στὴν πόλη αὐτὴ ὁ Παῦλος παντρεύτηκε Ῥωσίδα γυναῖκα, πρώην αἰχµάλωτη, µὲ τὴν ὁποία ζοῦσε ζωὴ εὐσεβῆ. Κάποτε ὅµως τὸν κατέλαβε ἐπιληψία καὶ τὸν ὁδηγοῦσαν στὸν Ναὸ τῆς Θεοµήτορος, τῆς ἐπονοµαζόµενης τοῦ Μογλουνίου. Στὸν δρόµο συνάντησε Τούρκους καὶ ἄρχισε νὰ ζητάει ἀπ᾿ αὐτοὺς βοήθεια, φωνάζοντας «Ἀγαρηνὸς εἶµαι». Οἱ Τοῦρκοι αὐτοὶ ἀνέφεραν τὸ γεγονὸς στὸν βεζίρη, ποὺ πρόσταξε τὴν σύλληψη τῶν ἱερέων τοῦ προαναφερθέντος Ναοῦ καὶ τοῦ ἰδίου τοῦ µάρτυρα. Ὅταν ὁ Παῦλος, κατὰ τὴν παραµονή του στὸν Ναό, ἔγινε καλά, παρουσιάστηκε στὸν ἄρχοντα, ὁ ὁποῖος τοῦ ζητοῦσε νὰ ὁµολογήσει ἐπίσηµα τὸν µουσουλµανισµὸ καὶ θὰ τοῦ ἐξασφάλιζε δόξες καὶ τιµές. Ἐνῷ στὴν ἀντίθετη περίπτωση, τὸν ἀπειλοῦσε µὲ βασανιστήρια καὶ θάνατο.
Ὁ Παῦλος, ἐνδυναµούµενος ἀπὸ τὴν σύζυγό του, ποὺ τὸν συνόδευε, ὁµολογοῦσε µὲ θάρρος τὸν Χριστό. Ὁπότε τὸν ἔριξαν στὴν φυλακὴ καὶ ὑπέµεινε µὲ καρτερία τὰ βασανιστήρια. Ὅταν καὶ πάλι ὁµολόγησε τὸν Χριστὸ µπροστὰ στὸν βεζίρη, ὁδηγήθηκε δέσµιος στὸν Ἱππόδροµο Ἂτ-µεϊντάν, ὅπου ἔλαβε τὸ στεφάνι τοῦ µαρτυρίου, ἀφοῦ τὸν ἀποκεφάλισαν. Ἦταν 3 Ἀπριλίου, Μεγάλη Παρασκευή, τὸ ἔτος 1683. Μαρτύριο τοῦ Ἁγίου συνέγραψε ὁ Ἰωάννης Καρυοφύλλης.

Ἡ Ἁγία Ἀγάπη ἡ παρθενοµάρτυς

Ἡ µετὰ τῆς Ἁγίας Μαρίνας ἐν Ἀντιοχείᾳ

 

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη