Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΑΠΡΙΛΙΟΣ 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

956
Συναξάρι Απριλίου
05 Απριλίου
  • Οἱ Ἅγιοι Κλαυδιανός (ἢ Κλαύδιος), Διόδωρος, Οὐΐκτωρ, Οὐϊκτωρῖνος, Πάππιος (ἢ Παππίας), Σεραπίων καὶ Νικηφόρος
  • Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ
  • Οἱ Ἅγιοι Θεοδώρα καὶ Δίδυµος
  • Ὁ Ἅγιος Θέρµος
  • Οἱ Ἁγίες Κυρία καὶ Δούλη
  • Ὁ Ἅγιος Ποµπήϊος
  • Ὁ Ἅγιος Ζήνων
  • Οἱ Ἅγιοι Μάξιµος καὶ Τερέντιος
  • Οἱ Ἁγίες Πέντε Κόρες ἀπὸ τὴν Λέσβο
  • Ὁ Ἅγιος Ἀβδιησοῦς
  • Ἡ Ἁγία Ὑποµονή
  • Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀπὸ τὴν Ἐφεσο
  • Ἡ Ἁγία Ἀργυρή
  • Ὁ Ἅγιος Παναγιώτης ποὺ µαρτύρησε στὴν Ἱερουσαλήµ
 

Οἱ Ἅγιοι Κλαυδιανός (ἢ Κλαύδιος), Διόδωρος, Οὐΐκτωρ, Οὐϊκτωρῖνος, Πάππιος (ἢ  Παππίας), Σεραπίων καὶ Νικηφόρος

Κατὰ πασὰ πιθανότητα εἶναι οἱ ἴδιοι µέ αὐτοὺς τῆς 31ης Ἰανουαρίου.

Ἡ Ὁσία Θεοδώρα ἡ ἐν Θεσσαλονίκῃ

Πρότυπο ἀγνῆς καὶ ταπεινῆς ψυχῆς µέσα στὶς νέες τῆς Θεσσαλονίκης, ἡ Θεοδώρα ἀπὸ πολὺ µικρὴ ἔκανε ζωὴ ἁγία. Ὁ κόσµος µὲ τὶς ποικίλες ἡδονές του δὲν τὴν ἐνδιέφερε. Ἀνῆκε ὁλόψυχα στὸν Χριστό. Εἶχε µεγάλο πόθο νὰ βγεῖ ἐντελῶς ἔξω ἀπὸ τὸ ῥεῦµα τῶν κοσµικῶν θορύβων. Διότι ἀνῆκε στὴν ἐκλεκτὴ µερίδα τῶν ἀνθρώπων, γιὰ τοὺς ὁποίους ὁ Χριστὸς εἶπε, «οὐκ εἰσὶν ἐκ τοῦ κόσµου». Δὲν ἔχουν, δηλαδή, φρονήµατα τοῦ κόσµου, ποὺ ζεῖ µακριὰ ἀπὸ τὴν ἀλήθεια, µέσα στὴν ἁµαρτία. Ὁ πόθος αὐτὸς τῆς Θεοδώρας τὴν ἔφερε στὴν µοναχικὴ ζωή, ὅπου µὲ προσευχές, ἀγρυπνίες καὶ µελέτη τοῦ θείου λόγου, σφυρηλατοῦσε ἀκόµη περισσότερο τὸν ἑαυτό της. Μὲ τὰ χρήµατα δέ, ἀπὸ τὴν πώληση τῶν ἐργοχείρων της, χόρταινε τοὺς πεινασµένους συνανθρώπους της. Ἀλλὰ καὶ µὲ τὶς ἀδελφὲς στὸ µοναστήρι, ἔζησε µὲ εἰρήνη, πραότητα καὶ µακροθυµία. Ἔτσι, ἔµεινε ζωντανὸ ὑπόδειγµα καὶ ὅταν ἀκόµα πέθανε. Μάλιστα, τόση µεγάλη ἐκτίµηση εἶχε ἀπὸ τὴν ἡγουµένη τοῦ µοναστηρίου, ὥστε, ὅταν αὐτὴ ἀπεβίωσε, σύµφωνα µὲ δική της ἐπιθυµία τὴν ἔθαψαν δίπλα στὴν Θεοδώρα. Ἡ παράδοση ἀναφέρει ὅτι, ὅταν οἱ µοναχὲς ἄνοιξαν τὸν τάφο, βρῆκαν τὸ λείψανο τῆς Θεοδώρας ἀκέραιο.

Οἱ Ἅγιοι Θεοδώρα καὶ Δίδυµος

Πήραν καὶ οἱ δυὸ τὸ µαρτυρικὸ στεφάνι κατὰ τὸν πιὸ ἄγριο διωγµὸ τῆς Ἐκκλησίας, ἐπὶ Διοκλητιανοῦ. Στὴν Ἀλεξάνδρεια λοιπόν, συνελήφθη καὶ ἡ Θεοδώρα ἀπὸ τὸν ἔπαρχο Εὐστράτιο. Ἐπειδὴ ὅµως ὁµολόγησε θαρραλέα τὴν πίστη της στὸν Χριστό, τὴν ἔδειραν καὶ τὴν φυλάκισαν. Αὐτὸ ἐπαναλήφθηκε καὶ µετὰ µερικὲς ἡµέρες, ἀλλὰ µάταια. Ἡ χριστιανὴ παρθένος ἔµεινε ἀκλόνητη στὴν ὁµολογία της καὶ ἀπέλπισε ἔτσι τὸ ὠµὸ πεῖσµα τοῦ ἐπάρχου. Τότε αὐτός, γιὰ νὰ ἐκδικηθεῖ τὴν σεµνὴ παρθένο, τὴν ἔκλεισε σὲ πορνεῖο γιὰ νὰ σπιλωθεῖ τὸ σῶµα της. Μόλις πληροφορήθηκε αὐτὸ ἕνας ἐπίσηµος τῆς Ἀλεξάνδρειας, ὁ Δίδυµος, ἀποφάσισε νὰ ῥιψοκινδυνεύσει, γιὰ ν΄ ἀπαλλάξει τὴν Θεοδώρα ἀπὸ ἐνδεχόµενο αἶσχος. Ντύθηκε λοιπὸν τὴν στολή του, πῆγε στὸ πορνεῖο καὶ ζήτησε νὰ δεῖ ἰδιαίτερα τὴν Θεοδώρα. Ἐπωφελούµενος τὸ σκοτάδι, ἕντυσε τὴν Θεοδώρα µὲ τὴν στολὴ του καὶ ἔτσι διευκόλυνε τὴν φυγή της. Ὅταν ἔµαθε τὸ γεγονὸς ὁ Εὐστράτιος, κόχλασε ἀπὸ ὀργή. Διέταξε λοιπὸν νὰ ἀποκεφαλίσουν τὸν Δίδυµο καὶ κατόπιν ἔριξαν τὸ σῶµα του στὴν φωτιά. Ἡ Θεοδώρα ὅµως, δὲν θέλησε ἐγωϊστικὰ τὴν σωτηρία της. Ἔτσι, παρουσιάστηκε στὸν ἔπαρχο καὶ τὸν ἤλεγξε αὐστηρὰ γιὰ τὸν φόνο τοῦ Διδύµου. Θυµωµένος τότε αὐτός, διέταξε νὰ ῥίξουν καὶ τὴν Θεοδώρα στὶς φλόγες.

Ὁ Ἅγιος Θέρµος

Μαρτύρησε διὰ πυρός.

Οἱ Ἁγίες Κυρία καὶ Δούλη

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Ποµπήϊος

Μαρτύρησε διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Ζήνων

Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν ἄλειψαν µὲ πίσσα, στὴν συνέχεια τὸν ἔριξαν στὴν φωτιά καὶ κατόπιν τὸν θανάτωσαν, µέσα στὴν φωτιά, µὲ δόρυ.

Οἱ Ἅγιοι Μάξιµος καὶ Τερέντιος

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Οἱ Ἁγίες Πέντε Κόρες ἀπὸ τὴν Λέσβο

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους.

Ὁ Ἅγιος Ἀβδιησοῦς

Τὴ µνήµη του συναντᾶµε ἐπιγραµµατικὰ στὸ «Μικρὸν Εὐχολόγιον ἢ Ἁγιασµατάριον» ἔκδοση Ἀποστολικῆς Διακονίας 1959, χωρὶς ἄλλες πληροφορίες. Πουθενὰ ἀλλοῦ δὲν συναντᾶµε τὴν µνήµη του.

Ἡ Ἁγία Ὑποµονή

Ἄγνωστη στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήµου καὶ τὰ ἔντυπα Μηναῖα. Ἡ µνήµη της σηµειώνεται στὸν Βατοπαιδινὸ Κώδικα 1104 φ. 986, ὅπου καὶ ἡ Ἀκολουθία της, ποίηµα τοῦ Θεοφάνη. Ὁ Κανόνας φέρει ἀκροστιχίδα: «τοὺς σοὺς ἀγῶνας, Ὑποµονή, θαυµάσω». Ἡ µνήµη της ἀναφέρεται καὶ στὸν Συναξαριστὴ Delehaye τὴν 9η Ἀπριλίου χωρὶς βιογραφικὸ ὑπόµνηµα.

Ὁ Ἅγιος Γεώργιος ἀπὸ τὴν Ἐφεσο

Ὁ νεοµάρτυρας Γεώργιος γεννήθηκε στὴν Ἔφεσο, ἦταν παντρεµένος καὶ εἶχε παιδιά. Τὸν Ἰούλιο τοῦ ἔτους 1798 καὶ ἐνῷ βρισκόταν σὲ κατάσταση µέθης, παρασύρθηκε στὸν Ἰσλαµισµό καὶ ἀπαρνήθηκε τὴν Χριστιανική του πίστη. Ὅταν ἀργότερα κατάλαβε τὸ µεγάλο του σφάλµα, ἀπαρνήθηκε τὸν Ἰσλαµισµό καὶ ἔφυγε στὴν Σάµο. Κατὰ τὸ διάστηµα τῆς ἀπουσίας του, οἱ χριστιανοὶ τῆς Ἐφέσου ἄρχισαν νὰ ἀνεγείρουν ναὸ µὲ ἄδεια ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη. Οἱ Τοῦρκοι συντοπίτες τους τὸ ἔφεραν βαρέως, διότι µὲ βασιλικὴ ἄδεια κτιζόταν χριστιανικὸς Ναός, καὶ διέβαλαν τοὺς χριστιανοὺς ὅτι δῆθεν σκότωσαν τὸν Γεώργιο, ἐπειδὴ ἀπαρνήθηκε τὸν Χριστιανισµό καὶ ἔκρυψαν τὸ λείψανό του στὰ θεµέλια του ἀνεγειρόµενου ναοῦ. Ὁ Γεώργιος ὅµως βρέθηκε καὶ ὁδηγήθηκε βίαια στὴν Ἔφεσο, ὅπου οἱ Τοῦρκοι τὸν πίεζαν νὰ ἐπανέλθει στὴν µωαµεθανικὴ θρησκεία. Κατόρθωσε νὰ διαφύγει καὶ πάλι στὴν Σάµο, ἀλλὰ συνελήφθη καὶ ἐπειδὴ ἐπέµενε στὴν χριστιανικὴ πίστη, κλείστηκε στὶς φυλακές. Μὲ τὴν µεσολάβηση τῶν δηµογερόντων τῆς Σάµου, ἀφέθηκε ἐλεύθερος. Ἐν τῷ µεταξὺ ἐξακολουθοῦσαν οἱ ἀνωµαλίες γιὰ τὴν ἀνέγερση τοῦ ναοῦ στὴν Ἔφεσο. Τότε ὁ Γεώργιος, γιὰ νὰ σταµατήσουν οἱ ἀνωµαλίες αὐτές, πῆρε τὴν ἀπόφαση νὰ µαρτυρήσει καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἔφεσο. Ἀφοῦ ἀποµάκρυνε τὴν οἰκογένειά του, γιὰ νὰ τὴν προφυλάξει ἀπὸ τὸν φανατισµὸ τῶν Τούρκων, παρουσιάστηκε µπροστὰ στὸν Τοῦρκο ἱεροδικαστή καὶ µὲ θάρρος ὁµολόγησε τὴν πίστη του στὸν Χριστὸ καί, ἐπειδὴ δὲν ὑπέκυψε στὶς κολακείες καὶ τὰ βασανιστήρια τῶν Τούρκων, τὸν ἀποκεφάλισαν στὶς 5 Ἀπριλίου 1801, ἡµέρα Παρασκευή. Τὸ ἱερό του λείψανο παρέλαβαν οἱ Χριστιανοί καὶ µὲ πολλὲς τιµὲς τὸ ἔθαψαν στὸν τάφο τοῦ νεοµάρτυρα Πολυδώρου.

Ἡ Ἁγία Ἀργυρή

Ἡ νεοµάρτυς αὐτὴ γεννήθηκε στὴν Προῦσα τὸ 1688 καὶ ἦταν ὄµορφη στὸ σῶµα ἀλλά καὶ στὴν κατὰ Χριστὸν ἀρετή. Νεόνυµφη ἀκόµα, ἀγαπήθηκε ἀπὸ κάποιον Τοῦρκο, ὁ ὁποῖος ἀφοῦ δὲν µπόρεσε νὰ τὴν διαφθείρει, ψευδοµαρτύρησε στὸν κριτὴ τῆς Προύσας, ὅτι δῆθεν ἡ Ἀργυρὴ εἶπε ὅτι θὰ γίνει Τούρκισσα. Ὁ κριτὴς φυλάκισε ἀµέσως τὴν Ἁγία. Ὁ σύζυγός της ἐνήργησε καὶ πέτυχε νὰ γίνει ἡ δίκη της στὴν Κωνσταντινούπολη. Ἐκεῖ ὅµως, ἦλθε καὶ ὁ ἐν λόγῳ Τοῦρκος καὶ ψευδοµαρτύρησε καὶ πάλι ἐναντίον της. Ἡ Ἀργυρὴ στὴν ἀπολογία της, διακήρυξε µὲ γενναιότητα τὴν πίστη της στὸν Χριστό, ὁπότε µὲ διαταγὴ τοῦ κριτῆ ῥίχτηκε στὶς φυλακὲς τοῦ Χάσκιοϊ, ὅπου, µετὰ ἀπὸ µακροχρόνια βασανιστήρια, παρέδωσε τὴν ψυχή της στὸν Θεὸ στὶς 5 Ἀπριλίου 1721. Τὴν 30η Ἀπριλίου 1725 ἔγινε ἡ ἀνακοµιδὴ τῶν λειψάνων της.

Ὁ Ἅγιος Παναγιώτης ποὺ µαρτύρησε στὴν Ἱερουσαλήµ

Ὁ νεοµάρτυρας Παναγιώτης ἦταν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησο καὶ µαρτύρησε στὴν Ἱερουσαλὴµ στὶς 5 Ἀπριλίου 1820. Σύµφωνα µὲ τὴν διήγηση τοῦ Ἄγγλου ἱεραποστόλου Ἰωσὴφ Wolff, ποὺ γράφτηκε στὶς 2 Ἀπριλίου 1839, ἕνας νεαρὸς Ἕλληνας, ποὺ ὀνοµαζόταν Παναγιώτης, ὑπηρετοῦσε κοντὰ σ΄ ἕναν Τοῦρκο εὐγενῆ, ποὺ ὀνοµαζόταν Ὀσµὰν Ἐφέντης. Ὅταν κάποτε ὁ Τοῦρκος αὐτὸς πῆγε στὸ Τέµενος τοῦ Ὀµάρ, ποὺ βρίσκεται στὴν Ἱερουσαλήµ, τὸν ἀκολούθησε µέσα σ΄ αὐτό καὶ ὁ Παναγιώτης. Οἱ φανατικοὶ Τοῦρκοι, θεώρησαν ὅτι ὁ Παναγιώτης µὲ τὴν εἴσοδό του µίανε τὸ Τέµενός τους καὶ τὸν κατηγόρησαν στὸν Πασὰ τῆς Δαµασκοῦ. Ὁ πασὰς ζήτησε ἀπὸ τὸν νέο, προκειµένου νὰ ἀποφύγει τὸν θάνατο, νὰ δεχθεῖ τὸν Μουσουλµανισµό. Ὁ Παναγιώτης µόλις τὸ ἄκουσε αὐτό, µὲ θάρρος φώναξε µπροστὰ στὸν ἄρχοντα: « Ὁ Χριστὸς εἶναι ὁ Υἱὸς τοῦ Θεοῦ τοῦ ζῶντος, θανάτωσέ µε, δὲν φοβᾶµαι. Χριστὸς ἀνέστη» µπροστὰ σὲ πλῆθος µουσουλµάνων. Ἐκεῖ τότε τὸν ἀποκεφάλισαν. Σύµφωνα πάντα µὲ τὶς πληροφορίες τοῦ Ἄγγλου Ἱεραποστόλου, ποὺ παρακολούθησε τὸ µαρτύριο τοῦ Ἁγίου, τὸ «Ἑλληνικὸν Μοναστήριον» τῆς Ἱερουσαλὴµ ἀγόρασε ἀπὸ τοὺς Τούρκους τὸ λείψανο τοῦ νεοµάρτυρα ἀντὶ 5.000 γροσίων καὶ τὸ ἔθαψε µὲ τιµές.

 

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη