Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΜΑΡΤΙΟΣ 2 ΜΑΡΤΙΟΥ

2 ΜΑΡΤΙΟΥ

974
Συναξάρι Μαρτίου
02 Μαρτίου
  • Ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Συγκλητικός
  • Ὁ Ἅγιος Θεόδοτος, ἐπίσκοπος Κυρήνειας Κύπρου, ὁµολογητὴς καὶ ἱεροµάρτυρας
  • Ὁ Ἅγιος Κόϊντος, ὁµολογητὴς καὶ θαυµατουργός
  • Οἱ Ἅγιοι Νέστορας καὶ Τριβίµιος (ἢ Τριβιµίνος)
  • Ὁ Ἅγιος Τρωάδιος καὶ οἱ µαζὶ µ᾿ αὐτὸν µαρτυρήσαντες
  • Ἡ Ἁγία Εὐθαλία ἡ παρθενοµάρτυς
  • Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία
  • Ὁ Ἅγιος παπα-Νικόλας Πλανᾶς
 

Ὁ Ἅγιος Ἡσύχιος ὁ Συγκλητικός

Ἔζησε στὰ χρόνια του Γαλερίου Μαξιµιανοῦ στὶς ἀρχὲς τοῦ Δ´ αἰῶνα µ.Χ. καὶ κατεῖχε τὸ ἀξίωµα τοῦ Συγκλητικοῦ. Ὅταν κηρύχθηκε ὁ διωγµὸς ἐνάντια στοὺς χριστιανούς, τοῦ προτείνεται νὰ σώσει τὴν ζωή του καὶ τὶς τιµές του, ἀρνούµενος τὴν πίστη του. Ὁ Ἡσύχιος µὲ θάρρος καὶ ἠρεµία ἐµµένει στὴν ὁµολογία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Μαξιµιανός, ἀφοῦ δὲν µπόρεσε νὰ τὸν µεταπείσει µὲ συµβουλές, ὑποσχέσεις καὶ ἀπειλές, ἀφαιρεῖ τὰ τιµητικά του σύµβολα καὶ τὸν γελοιοποιεῖ µπροστὰ σ᾿ ὅλους τοὺς ἀξιωµατούχους. Ὁ Ἡσύχιος, ἀτάραχος, ἀπάντᾳ µὲ τὰ λόγια του Κυρίου: «Δόξαν παρὰ ἀνθρώπων οὐ λαµβάνω». Δηλαδή, δόξα ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους δὲν ἐπιδιώκω νὰ πάρω. Ἐξοργισµένος ὁ Μαξιµιανός, διέταξε τὸ θάνατό του. Τότε µία στρατιωτικὴ συνοδεία τὸν ὁδήγησε στὸν ποταµὸ Ὀρόντη. Ἀφοῦ τοῦ ἔδεσαν µεγάλη πέτρα στὸν λαιµό, τὸν ἔριξαν στὸ πιὸ βαθὺ µέρος. Ἔτσι παρέδωκε τὸ πνεῦµα του στὸν Θεὸ τῆς δόξης, γιὰ νὰ τὸν δοξάσει καὶ Αὐτὸς στὴ µέλλουσα κρίση. Ἀλλὰ ἔδειξε καὶ σ᾿ ὅλους ἐµᾶς δυὸ µεγάλες ἀρετές, τὴν καταφρόνηση τῆς κοσµικῆς δόξας καὶ τὴν θυσία τῆς ζωῆς.

Ὁ Ἅγιος Θεόδοτος, ἐπίσκοπος Κυρήνειας Κύπρου, ὁµολογητὴς καὶ ἱεροµάρτυρας

Ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου µ.Χ. αἰῶνα, ὅταν ἡ εἰδωλολατρία κινδύνευε νὰ ἐκπνεύσει καὶ ζητοῦσε, ὅπως τὰ θανάσιµα πληγωµένα θηρία, νὰ πέσει µὲ ὅσες δυνάµεις τῆς ἀπέµειναν, νὰ ἐξοντώσει τὴν Ἐκκλησία. Ὁ Ἅγιος Θεόδοτος, ἐπίσκοπος στὴν Κυρήνεια τῆς Κύπρου, µὲ τὸν µεγάλο ζῆλο του ὑπὲρ τῆς χριστιανικῆς πίστης καὶ γιὰ τὶς κατακτήσεις ποὺ ἐπετύγχανε µέσα στὸν εἰδωλολατρικὸ κόσµο, προκάλεσε τὴν ὀργὴ τοῦ ἡγεµόνα Σαβίνου. Ἀφοῦ τὸν συνέλαβε, προσπάθησε νὰ τὸν πείσει ν᾿ ἀρνηθεῖ τὴν πίστη του στὸν Χριστό. Ὁ Θεόδοτος ὄχι µόνο δὲν ἀρνήθηκε τὴν πίστη του, ἀλλὰ καὶ µίλησε θαρραλέα στὸν ἡγεµόνα κατὰ τῆς εἰδωλολατρικῆς πλάνης καὶ τὸν ἐξόρκισε ν᾿ ἀρνηθεῖ τοὺς ψεύτικους θεούς. Τότε ὁ Σαβίνος τὸν βασάνισε σκληρά, ἀλλὰ µπροστὰ στὴν ἐξέγερση τοῦ χριστιανικοῦ πληθυσµοῦ φοβήθηκε καὶ διέταξε νὰ µεταφερθεῖ ὁ καταπληγωµένος ἱεράρχης στὴν φυλακή. Ἀλλὰ καὶ στὴν φυλακὴ ὁ Θεόδοτος δὲν ἐγκατέλειψε τὸ ἔργο του. Βρῆκε ἀνθρώπους, ὅπου τοὺς µετέδωσε τὴν ἀλήθεια, καὶ ἔτσι ἔκανε µέσα στὴν φυλακὴ ἕνα µικρὸ ποίµνιο. Ἀργότερα, ἐπὶ Μεγάλου Κων/νου ἐλευθερώθηκε καὶ συνέχισε µὲ περισσότερο ζῆλο τὸ ἔργο του. Μετὰ δυὸ χρόνια ὅµως πέθανε, ἀφοῦ ἄφησε ἀλησµόνητο ὑπόδειγµα σὲ κλῆρο καὶ λαό. (Ἡ µνήµη του – ἀπὸ ὁρισµένους Συναξαριστὲς – περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται τὴν 17η καὶ τὴν 19η  Ἰανουαρίου).

Ὁ Ἅγιος Κόϊντος, ὁµολογητὴς καὶ θαυµατουργός

Ἔζησε τὸν 3ο αἰῶνα µ.Χ. στὰ χρόνια του αὐτοκράτορα Λευκτίου Αὐρηλιανοῦ τοῦ Σιδηρόχειρα, καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Φρυγία. Εἰδωλολάτρης πρίν, ἀλλὰ µὲ ἀγάπη πρὸς τὴν ἀλήθεια καὶ πόθο πρὸς τὴν ἀρετή, δὲν δυσκολεύτηκε νὰ ἀσπασθεῖ τὴν χριστιανικὴ πίστη, ὅταν ἄκουσε τὴν διδασκαλία της καὶ εἶδε τὶς ἀρετὲς τῶν πιστῶν της. Κάποτε λοιπόν, πῆγε σὲ κάποιο χωριό, τὴν Αἰολίδα, καὶ µοίραζε ἐλεηµοσύνη στοὺς φτωχούς. Ὁ δὲ ἡγεµόνας Ῥοῦφος τὸν συνέλαβε καί, ὅταν τόν διέταξε νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα, ἀµέσως κατέλαβε τὸν ἡγεµόνα δαιµόνιο. Τότε ὁ Ἅγιος παρακάλεσε τὸν Θεὸ καὶ ὁ ἡγεµόνας ἐλευθερώθηκε ἀπὸ τὸ δαιµόνιο. Ὁ δὲ Ῥοῦφος, ὄχι µόνο ἄφησε ἐλεύθερο τὸν Κόϊντο, ἀλλὰ τοῦ ἔδωσε καὶ πολλὰ δῶρα γιὰ τὸ εὐεργέτηµα ποὺ τοῦ ἔκανε. Κατόπιν πῆγε σὲ µία ἄλλη πόλη, τὴν Κύµη, ὅπου µὲ τὴν βία οἱ εἰδωλολάτρες τὸν εἰσήγαγαν σὲ εἰδωλολατρικὸ ναὸ προκειµένου νὰ θυσιάσει στὰ εἴδωλα. Καὶ ἐπειδὴ διὰ τῆς προσευχῆς τοῦ Ἁγίου ἔγινε σεισµὸς καὶ γκρεµίστηκε ὁ ναὸς τῶν εἰδώλων, ἔντροµοι οἱ εἰδωλολάτρες ἄφησαν ἐλεύθερο τὸν Ἅγιο. Μετὰ 40 µέρες, συνέλαβε τὸν Ἅγιο ὁ ἄρχοντας Κλέαρχος, ποὺ ἦταν φανατικὸς εἰδωλολάτρης, καὶ διέταξε νὰ συντρίψουν τὰ σκέλη τοῦ Μάρτυρα. Ὅταν δὲ ἔγινε αὐτό, ἀµέσως αὐτὰ ἔγιναν σῶα καὶ ὑγιῆ, µὲ τὴν δύναµη τοῦ Χριστοῦ. Μετὰ ἀπὸ αὐτὰ ὁ Κόϊντος πήγαινε σὲ διάφορες πόλεις καὶ χωριὰ γιὰ 10 ὁλόκληρα χρόνια καὶ γιάτρευε κάθε ἀσθένεια καὶ βοηθοῦσε τοὺς φτωχούς. Ἔτσι, µὲ τέτοια θαύµατα καὶ θεάρεστα ἔργα ποὺ ἔπραξε, παρέδωσε τὴν µακάρια ψυχή του στὸν Κύριο. (Ἡ µνήµη του περιττῶς ἐπαναλαµβάνεται καὶ τὴν 2α Ἰουλίου).

Οἱ Ἅγιοι Νέστορας καὶ Τριβίµιος (ἢ Τριβιµίνος)

Κατάγονταν ἀπὸ τὴν Πέργη τῆς Παµφυλίας. Στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Δεκίου (249-251) καταγγέλθηκαν ὅτι ἦταν χριστιανοὶ καὶ µαστιγώθηκαν σκληρὰ µὲ µαστίγια ἀπὸ νεῦρα βοδιοῦ. Ἔπειτα τοὺς κρέµασαν καὶ τοὺς ἔσχισαν µέχρι τὰ σπλάγχνα. Ἐπειδὴ ὅµως ἔµειναν ἀµετακίνητοι στὴν πίστη τους, ἀποκεφαλίστηκαν καὶ ἔτσι πῆραν τὰ στεφάνια τοῦ µαρτυρίου. (Πολὺ πιθανό, ὁ Ἅγιος Νέστορας, νὰ εἶναι ὁ ἴδιος µε αὐτὸν τῆς 28ης Φεβρουαρίου, διότι οἱ βιογραφίες τους συµπίπτουν).

Ὁ Ἅγιος Τρωάδιος καὶ οἱ µαζὶ µ᾿ αὐτὸν µαρτυρήσαντες

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Δεκίου (249-251).

Ἡ Ἁγία Εὐθαλία ἡ παρθενοµάρτυς

Ἡ Ἅγια Εὐθαλία ζοῦσε στὴν Σικελία καὶ εἶχε µητέρα αἱµορροοῦσα, ποὺ ὀνοµαζόταν καὶ αὐτὴ Εὐθαλία. Κάποτε λοιπὸν ἡ µητέρα της, εἶδε στὸ ὄνειρό της τοὺς Ἁγίους Μάρτυρες Ἀλφειό, Φιλάδελφο καὶ Κυπρῖνο, ποὺ τὴν µνήµη τους γιορτάζουµε στὶς 10 Μαΐου, οἱ ὁποίοι τῆς εἶπαν: «Ἂν πιστέψεις στὸν Χριστὸ καὶ βαπτισθεῖς, θὰ γιατρευτεῖς καὶ θὰ σωθεῖς. Ἂν ὅµως ὄχι, τότε φύγε µακριά µας». Ὅταν ξύπνησε ἡ µητέρα Εὐθαλία πείστηκε απὸ τὰ λόγια τῶν Ἁγίων Μαρτύρων. Ἔτσι, µαζὶ µὲ τὴν θυγατέρα της Εὐθαλία, πίστεψαν στὸν Χριστὸ καὶ βαπτίσθηκαν. Ὑπῆρχε ὅµως καὶ ὁ γιός της, Σερµιλιανός, ὁ ὁποῖος κόντεψε νὰ τὴν πνίξει, µόλις ἔµαθε ὅτι ἡ µητέρα του ἔγινε Χριστιανή. Γλύτωσε τὸ βέβαιο θάνατο, µὲ τὴν βοήθεια κάποιας ὑπηρέτριας καὶ ἔφυγε. Ἡ δὲ θυγατέρα της, ἡ Ἁγία Εὐθαλία, ἔκανε δριµύτατη παρατήρηση στὸν ἀδελφό της, ποὺ θέλησε νὰ σκοτώσει τὴν µητέρα τους. Αὐτὸς δὲ τῆς εἶπε: «Μήπως καὶ σὺ εἶσαι Χριστιανή;». Ἡ Ἁγία ἀποκρίθηκε: «Ναί, Χριστιανὴ εἶµαι καὶ γιὰ τὸν Χριστὸ εἶµαι ἕτοιµη νὰ πεθάνω πρόθυµα». Τότε ὁ αἰσχρὸς ἀδελφός της, ἀφοῦ τὴν ἔδειρε δυνατά, ἔπειτα τὴν παρέδωσε σ᾿ ἕναν δοῦλο του νὰ τὴν βιάσει. Προσευχοµένη τότε ἡ Ἁγία τύφλωσε τὸν δοῦλο. Ὁ δὲ ἀδελφός της, µόλις εἶδε τὸ γεγονός, σὰν ἄλλος Κάϊν, ἀποκεφάλισε τὴν ἀδελφή του καὶ ἔτσι ἡ µακαρία πῆρε τὸ ἀµάραντο στεφάνι τοῦ µαρτυρίου. (Σὲ κάποιον κώδικα Νο 73 τῆς Μονῆς Παναγίας στὴν Χάλκη, ἡ µνήµη τῆς Ἁγίας φέρεται κατὰ τὴν 27η Αὐγούστου).

Οἱ Ἅγιοι Ἀνδρόνικος καὶ Ἀθανασία

Μαρτύρησαν διὰ ξίφους. (Ἴσως νὰ εἶναι οἱ ἴδιοι µε αὐτοὺς τῆς 9ης Ὀκτωβρίου).

Ὁ Ἅγιος παπα-Νικόλας Πλανᾶς

Γεννήθηκε στὴν Νάξο τὸ 1851 ἀπὸ τὸν Ἰωάννη Πλανᾶ καὶ τὴν Αὐγουστίνα Μελισσουργοῦ-Πλανᾶ. Ἀπὸ µικρὸ παιδὶ ἀφιερώθηκε στὰ θεῖα καὶ τὴν ὑπηρεσία τῆς Ἐκκλησίας. Ἀπὸ 12 χρονῶν ὑπῆρξε ὑπηρέτης τοῦ ἱεροῦ, σήκωνε τὰ ἅγια ἑξαπτέρυγα, ἀγρυπνοῦσε στὶς ὁλονυκτίες καὶ ἀπὸ τῆς ἡλικίας ἐκείνης εἶχε ἐκδηλωθεῖ τὸ φιλέσπλαχνο τοῦ χαρακτῆρα του καὶ τὰ ἀλτρουϊστικά του αἰσθήµατα. Τὸ ψωµὶ ποὺ τοῦ ἔδινε ἡ µητέρα του, τὸ µοιραζόταν µὲ τὰ ἄλλα παιδιὰ τοῦ χωριοῦ του καὶ πολλὲς φορὲς εἶχε δώσει καὶ τὰ ῥοῦχα του ἀκόµα στὰ φτωχὰ παιδιά. Τὴν δεκαετία 1870-1880 ἦλθε στὴν Ἀθήνα, ὅπου στὶς 4 Ἀπριλίου – τῶν Μυροφόρων – παντρεύτηκε τὴν Ἑλένη Προβελεγγίου ἀπὸ τὰ Κύθηρα καὶ τὸ 1880 ἀπέκτησε ἕνα παιδί, τὸν Ἰωάννη. Ἡ γυναῖκα του µετὰ ἀπὸ λίγο πέθανε. Τὸ 1879 ὅµως, 22 Ἰουλίου, χειροτονήθηκε διάκονος στὴν Μεταµόρφωση τοῦ Σωτῆρος στὴν Πλάκα καὶ τὸ 1884 χειροτονήθηκε ἱερέας στὸ ναΐδριο τοῦ Προφήτη Ἐλισσαίου, κοντὰ στὸν Παλαιὸ Στρατῶνα, ὅπου ἔψαλλε κάθε Κυριακὴ ὁ ἀείµνηστος διηγηµατογράφος Ἀλέξανδρος Παπαδιαµάντης. Λειτούργησε στὸν ναὸ τῆς Μεταµορφώσεως λίγο διάστηµα καὶ κατόπιν τοποθετήθηκε στὸ τότε ἐξωκλῆσι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου Προδρόµου, µετόχι τῆς Μονῆς Σινᾶ. Ἡ ζωή του ὑπῆρξε πραγµατικὰ ζωὴ καλοῦ Σαµαρείτη. Πολλὲς οἱ ἀγαθοεργίες του καὶ τὰ θαύµατά του (ποὺ γιὰ εὐνόητους λόγους δὲν µποροῦν νὰ παρατεθοῦν στὸ ἐν λόγῳ Ἁγιολόγιο, µπορεῖ ὅµως ὁ ἀναγνώστης νὰ βρεῖ πολλὲς ἐκδόσεις µὲ πλήρη τὴν βιογραφία του). Πέθανε στὶς 2 Μαρτίου 1932 στὴν Ἀθήνα καὶ τὸν ἔθαψαν µπροστὰ στὸν Ἁη Γιάννη τοῦ Ἀγροῦ, ὅπου ὑπηρετοῦσε 50 χρόνια συνέχεια. Ἁγιοποιήθηκε τὸ 1992.

 

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη