Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

903
Συναξάρι Φεβρουαρίου
25 Φεβρουαρίου
  • Ὁ Ἅγιος Ταράσιος, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως
  • Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ποὺ µαρτύρησε στὴν Δριζίπαρο τῆς Θράκης
  • Ὁ Ἅγιος Ῥηγῖνος, ἱεροµάρτυρας, ἐπίσκοπος Σκοπέλου
  • Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος
  • Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ διὰ Χριστὸν σαλός
  • Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος, ἐπίσκοπος Ἀπαµείας τῆς Κύπρου
  • Προσκύνησις Τιµίου Σταυροῦ
 

Ὁ Ἅγιος Ταράσιος, ἀρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως

Γεννήθηκε, ἀνατράφηκε καὶ ἐκπαιδεύτηκε στὴν Κωνσταντινούπολη ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Τέκνο τοῦ Γεωργίου, κριτοῦ καὶ πατρικίου, καὶ τῆς Εὐκρατίας. Λόγῳ τῆς µεγάλης µορφώσεώς του, ἀνέβηκε στὸ ἀξίωµα τοῦ πρωτοασηκρίτου. Στὶς 25 Δεκεµβρίου τοῦ 784, ὅταν χήρεψε ὁ πατριαρχικὸς θρόνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως, ἐξελέγη µὲ σύµφωνη γνώµη λαοῦ, συγκλήτου, κλήρου καὶ βασιλείας, ὁ ἀπὸ τὶς λαϊκὲς τάξεις Ταράσιος (διαδέχθηκε τὸν πατριάρχη Παῦλο τὸν Δ΄). Ἦταν ἄνθρωπος µὲ πολλὰ ἔκτακτα προσόντα καὶ µεγάλο ἀξίωµα. Ἀπὸ τὴν θέση αὐτή, ἔδειξε µεγάλη σύνεση καὶ µετριοπάθεια. Πρωταγωνίστησε στὴν 7η Οἰκουµενικὴ σύνοδο στὴν Νίκαια, ὑπὲρ τῆς ἀναστήλωσης τῶν εἰκόνων. Ἂς παραθέσουµε, ὅµως, τί λέει µεταξὺ ἄλλων γιὰ τὸν Ταράσιο, ὁ Ἱστορικὸς Κ. Παπαρρηγόπουλος: «Τὴν 25η Φεβρουαρίου 806 πέθανε ὁ Πατριάρχης Ταράσιος, ἀφοῦ ἐπὶ 21 χρόνια ποίµανε τὴν Ἐκκλησία µετὰ πάσης µετριοπάθειας καὶ συνέσεως. Ὁ Πατριάρχης Ταράσιος συνέπραξε µὲν µὲ πολὺ ζῆλο στὴν ἀναστήλωση τῶν εἰκόνων, ἀλλὰ φρόντισε µὲ τὸν ὄρο τῆς 7ης Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ἡ προσκύνηση νὰ ἀποβάλει, ὅσο γίνεται, κάθε χαρακτῆρα λατρείας ἀσυµβίβαστης στὸ ἀληθινὸ πνεῦµα τῆς χριστιανικῆς πίστεως. Θεώρησε µὲν πρέπον νὰ ἐπαναλάβει ἡ Ἀνατολικὴ Ἐκκλησία τὶς σχέσεις της µὲ τὸν ἀρχιερέα τῆς Ῥώµης, ἀλλὰ ὅσο κανεὶς ἄλλος ἀγωνίστηκε νὰ περιορίσει τὶς ἀξιώσεις τοῦ ἀρχιερέα αὐτοῦ. Τέλος ἐγκατέλειψε καὶ αὐτὴν τὴν Εἰρήνη, ὅταν εἶδε ὅτι ἀπὸ πολιτικῆς τὸ κράτος κινδύνευε. Ἡ στέρηση τέτοιου Πατριάρχη κατετάραξε τὸν βασιλιὰ Νικηφόρο καὶ ὅλους ὅσους ἐκτιµοῦσαν τὶς µεγάλες χριστιανικὲς καὶ πολιτικὲς ἀρετὲς τοῦ ἀνδρός». Ἐτάφη σὲ Μονὴ τοῦ Βοσπόρου, ποὺ ἔκτισε ὁ ἴδιος.

Ὁ Ἅγιος Ἀλέξανδρος ποὺ µαρτύρησε στὴ Δριζίπαρο τῆς Θράκης

Ἔζησε στὶς ἀρχὲς τοῦ 4ου αἰῶνα καὶ καταγόταν ἀπὸ τὴν Καρθαγένη. Κατὰ τὸν διωγµὸ ποὺ κίνησε ὁ Διοκλητιανός, συνελήφθη καὶ βασανίστηκε στὴν Μαρκιανούπολη (ἀρχαία πόλη τῆς Θράκης) καὶ κατόπιν ἀποκεφαλίστηκε στὴν Δριζίπαρο, ἐπίσης πόλη τῆς Θρᾴκης.

Ὁ Ἅγιος Ῥηγῖνος, ἱεροµάρτυρας, ἐπίσκοπος Σκοπέλου

Ὁ Ἅγιος αὐτὸς καταγόταν ἀπὸ τὴν Ἑλλάδα, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς. Λόγω τῆς ἐναρέτου ζωῆς του, ἔγινε ἐπίσκοπος Σκοπέλου. Ὅµως, ὅπως εἶναι γνωστὸ καὶ µετὰ τὴν Α΄ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο ποὺ ἔγινε στὴν Νίκαια, ἡ καταδικασθεῖσα ἀπ΄ αὐτὴ αἵρεση τοῦ Ἀρείου, ἐξακολουθοῦσε νὰ ἔχει πολλοὺς ὀπαδούς. Σ΄αὐτὴ λοιπὸν τὴν πάλη ποὺ ἐξακολουθοῦσε, συµµετεῖχε µὲ πολλὴ θερµότητα ὑπὲρ τῆς Ὀρθοδοξίας ὁ Ῥηγῖνος, ποὺ πῆρε µέρος καὶ στὴν Σύνοδο τοῦ 347, ἐπὶ αὐτοκρατόρων Κωνσταντίου καὶ Κώνσταντος, καὶ ἡ ὁποία Σύνοδος δέχθηκε τὰ δόγµατα τοῦ Συµβόλου τῆς Νικαίας. Ἐπὶ Ἰουλιανοῦ τοῦ Παραβάτου ὅµως, ἡ Ἐκκλησία διέτρεξε κρισιµότατη περίοδο. Ὁ ἀσεβὴς αὐτὸς αὐτοκράτορας, ἀφοῦ στὴν ἀρχὴ ὑποκριτικὰ ἔκανε τὸν ἀνεξίθρησκο, κατόπιν καταδίωξε σκληρὰ τοὺς ὀρθοδόξους ἐπισκόπους, ζητῶντας νὰ διαλύσει τὴν Ἐκκλησία καὶ νὰ ἐπιβάλει τὴν πλάνη τῆς εἰδωλολατρίας. Αὐτὴ τὴν ἐποχὴ λοιπὸν καὶ ὁ Ῥηγῖνος ὑπέστη µαρτυρικὸ θάνατο. Τὸ ἅγιο λείψανο τοῦ ἱεροµάρτυρα Ῥηγίνου µετακοµίστηκε στὴν Κύπρο. Ἀπὸ ἐκεῖ δέ, κάποιο µέρος ἀπ΄ αὐτὸ µετέφεραν στὴν Σκόπελο, ὅπου τὸ ἐναπόθεσαν στὸ µοναστήρι τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Προδρόµου.

Ὁ Ἅγιος Ἀντώνιος

Μαρτύρησε ἀφοῦ τὸν ἅπλωσαν ἐπάνω σὲ πυρωµένη σχάρα.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ διὰ Χριστὸν σαλός

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά.

Ὁ Ἅγιος Μάρκελλος, ἐπίσκοπος Ἀπαµείας τῆς Κύπρου

Ἀπεβίωσε εἰρηνικά. Ὑπάρχει ὅµως ἀµφιβολία ἂν πράγµατι ὑπῆρξε αὐτὸς ὁ ἐπίσκοπος καὶ αὐτὴ ἡ πόλη στὴν Κύπρο. Ἴσως συγχέεται µ΄ αὐτὸν τῆς Ἀπαµείας τῆς Συρίας (14 Αὐγούστου).

Προσκύνησις Τιµίου Σταυροῦ

Στὸν Παρισινὸ Κώδικα 1578 κατὰ τὴν 25η Φεβρουαρίου σηµειώνεται: «τῇ αὐτῇ ἡµέρᾳ ἡ ἐν Κυρίῳ πάσχα κατὰ τὴν Γ΄ Κυριακὴν τῶν Νηστειῶν προσκύνησις τοῦ Τιµίου Σταυροῦ».

 

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη