Home ΣΥΝΑΞΑΡΙΣΤΗΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΣ 17 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

17 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

995
Συναξάρι Φεβρουαρίου
17 Φεβρουαρίου
  • Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων
  • Ἡ Ἁγία Μαριάµνη, ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου τοῦ Ἀποστόλου
  • Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος
  • Ἡ Εὕρεσις τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ τοῦ Καλλικελάδου
  • Οἱ Ἅγιοι Μαρκιανὸς καὶ Πουλχερία, οἱ βασιλεῖς
  • Ὁ Ὅσιος Αὐξίβιος (ἢ κατ᾿ ἄλλους Εὐξίφιος), ἐπίσκοπος Σόλων τῆς Κύπρου
  • Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ νέος ἢ Βυζάντιος
  • Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Μαυροειδῆς ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη
  • Ὁ Ἅγιος Ἐρµογένης, πατριάρχης Μόσχας (+ 1612)
 

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ Τήρων

Τήρων σηµαίνει νεοσύλλεκτος. Σ᾿ αὐτὸ τὸ στράτευµα κατετάγη καὶ ὁ Θεόδωρος. Ἦταν ἀπὸ ἕνα χωριὸ τῆς Ἀµασείας στὴν Μαύρη Θάλασσα, Χουµιαλῶν λεγόµενο. Κατὰ τοὺς διωγµοὺς τοῦ Διοκλητιανοῦ ἀναγκάζεται νὰ φύγει ἀπὸ τὸ στράτευµα, διότι ἦταν χριστιανός. Πηγαίνει στὴν πόλη Εὐχάιτα. Ἐκεῖ, στὸ πυκνὸ δάσος ποὺ ἦταν κοντὰ στὴν πόλη, εἶχε τὴν φωλιά του πελώριος καὶ φοβερὸς δράκος, ποὺ ἔκανε ἀπλησίαστο τὸ δάσος καὶ ἦταν πραγµατικὴ µάστιγα γιὰ τὴν περιοχή. Τότε ὁ Θεόδωρος, µὲ τὴν τόλµη καὶ τὴν σωµατικὴ δύναµη ποὺ τὸν διέκρινε, καθὼς καὶ µὲ τὴν ἐλπίδα στὸν Χριστὸ ὅτι θὰ τὸν βοηθήσει, εἰσχωρεῖ στὴν καρδιὰ τοῦ δάσους. Συναντάει τὸν δράκοντα, τὸν σκοτώνει καὶ ἀπαλλάσσει τὴν πόλη ἀπ᾿ αὐτὸ τὸ φόβητρο. Μετὰ τὸ γεγονὸς αὐτό, ὁ Θεόδωρος µαθαίνει ὅτι συστρατιῶτες του, χριστιανοί, ἄρχισαν νὰ χάνουν τὸ θάρρος τους καί, προκειµένου νὰ πεθάνουν, πολλοὶ θυσίαζαν στὰ εἴδωλα. Ἀποφασίζει, λοιπόν, καὶ ἐπιστρέφει στὸ τάγµα του. Ἀγανακτεῖ ὅταν βλέπει τὰ βασανιστήρια τῶν χριστιανῶν καὶ µία νύκτα καίει ἕνα ξύλινο εἴδωλο τῆς θεᾶς Ῥέας. Ἔπειτα, φανερὰ πλέον, ἐνθαρρύνει τοὺς συστρατιῶτες του µὲ τὰ λόγια του Ἀποστόλου Παύλου: «Στήκετε ἐν τῇ πίστει, ἀνδρίζεσθε, κραταιοῦσθε». Δηλαδή, µένετε στερεοὶ καὶ ὄρθιοι στὴν πίστη. Ἀγωνιστεῖτε σὰν ἄνδρες γενναῖοι. Πᾶρτε δύναµη καὶ θάρρος, ποὺ προσφέρει ὁ µεγαλοδύναµος Θεός µας. Βέβαια, παράδειγµα ἔγινε ὁ ἴδιος ὁ Θεόδωρος, ὅταν µὲ καρτερία καὶ ψυχικὴ εὐφροσύνη ἀντιµετώπισε τὸν µαρτυρικό του θάνατο, µέσα σὲ πυρακτωµένο καµίνι.

Ἡ Ἁγία Μαριάµνη, ἀδελφὴ τοῦ Ἁγίου Φιλίππου τοῦ Ἀποστόλου

Χριστιανὴ καὶ αὐτή, εἶχε τὸν ἴδιο θεῖο ζῆλο µὲ τὸν ἀδελφό της. Φλεγόµενη ἀπὸ τὸν πόθο τῆς εὐρύτερης διάδοσης τοῦ Εὐαγγελίου καὶ τῆς σωτηρίας περισσοτέρων ψυχῶν, ἀκολούθησε ἐκεῖνον σὲ πολλὲς περιοδεῖες του βοηθῶντας τον στὸ φωτιστικὸ ἔργο του καὶ συµµεριζόµενη τοὺς κινδύνους του. Μετὰ τὸν θάνατο τοῦ ἀδελφοῦ της, ἀπτόητη ἡ Μαριάµνη ἐξακολούθησε τὴν ἀποστολική της ὑπηρεσία. Πρὸ πάντων ἔδρασε στὴν Λυκαονία, ὅπου τὰ κηρύγµατά της καὶ οἱ ἰδιαίτερες προσπάθειές της, ἔφεραν πολλὲς ψυχὲς στὴν χριστιανικὴ πίστη. Τὸ τέλος τῆς ὑπῆρξε ἥσυχο, ἡσυχότερη δὲ ἡ εὐσεβὴς συνείδησή της.

Ὁ Ὅσιος Θεοστήρικτος

Μᾶλλον εἶναι ὁ ἴδιος µε αὐτὸν ποὺ γιορτάζουµε στὶς 10 Νεοµβρίου. Ἀπὸ ἕνα Ἐξαποστειλάριο, ποὺ περισώθηκε στὸν Παρισινὸ Κώδικα 259 φ. 976, µαθαίνουµε ὅτι ἔζησε τὴν ἐποχὴ τῶν εἰκονοµάχων καὶ ἀγωνίστηκε ὑπὲρ τῶν ἁγίων εἰκόνων. Στὸν Συναξαριστὴ τοῦ Ἁγίου Νικοδήµου, σηµειώνεται ὅτι πέθανε εἰρηνικά.

Ἡ Εὕρεσις τῶν λειψάνων τοῦ Ἁγίου Μηνᾶ τοῦ Καλλικελάδου

Ὁ Ἅγιος µάρτυρας Μηνᾶς ὁ Καλλικέλαδος µαρτύρησε στὰ χρόνια του βασιλιᾶ Μαξιµίνου (307-311). Στὰ χρόνια δὲ τοῦ φιλοχρίστου βασιλιᾶ Βασιλείου, φάνηκε τὴν νύκτα σὲ κάποιον ἄνθρωπο ὀνοµαζόµενο Φιλοµµάτη, ποὺ ἦταν στὴν στρατιωτικὴ σχολὴ τῶν Ἰκανάτων (Τὰ Ἰκανάτα ἦταν ἐκλεκτὸ σῶµα τῆς ἀνακτορικῆς φρουρᾶς τοῦ Βυζαντίου, διοικούµενο ἀπὸ ἄνδρες τῆς ἀπόλυτης ἐµπιστοσύνης τοῦ αὐτοκράτορα). Λέει σ᾿ αὐτόν, ὅτι εἶναι ὁ Μηνᾶς ὁ Καλλικέλαδος καὶ κρύβεται κάτω στὴν γῆ, στὸ µέρος τοῦ γιαλοῦ ὅπου εἶναι ἡ ἀκρόπολη. Ἔδειχνε µάλιστα µὲ τὸ δάκτυλό του καὶ τὸν τόπο. Ὁ Φιλοµµάτης τότε σηκώθηκε πολὺ πρωὶ καὶ εἶπε τὴν ὀπτασία του µὲ λεπτοµέρεια στὸν φίλο του, Μαρκιανὸ τὸν νουµέριο. Ἐκεῖνος µὲ τὴν σειρά του τὸ εἶπε στὸν βασιλιὰ καὶ ἀµέσως ἐστάλησαν στρατιῶτες στὸν τόπο αὐτό, ὅπου ἔσκαψαν καὶ βρῆκαν σιδερένια θήκη, ποὺ µέσα ἦταν τὸ λείψανο τοῦ Μάρτυρα, καὶ πάνω σ᾿ αὐτὴν ἦταν χαραγµένα γράµµατα, ποὺ φανέρωναν τὴν χρονολογία ποὺ τοποθετήθηκε τὸ λείψανο. Τετρακόσια χρόνια, ὑπολόγισαν, ὅτι εἶχαν περάσει ἀπὸ τότε. Ὁπότε ὅλο τὸ πλῆθος εὐχαρίστησε καὶ δόξασε τὸν Θεό.

Οἱ Ἅγιοι Μαρκιανὸς καὶ Πουλχερία, οἱ βασιλεῖς

Ἡ Πουλχερία γεννήθηκε 19 Ἰανουαρίου καὶ ἦταν θυγατέρα τοῦ βασιλιᾶ Ἀρκαδίου καὶ ἐγγονὴ τοῦ Θεοδοσίου τοῦ Μεγάλου. Ὁ Μαρκιανὸς παντρεύτηκε τὴν Πουλχερία, καὶ διαδέχθηκε στὸν θρόνο τὸν ἀδελφό της, Θεοδόσιο τὸν Β´, τὴν 25η Αὐγούστου τοῦ 450. Ἦταν ἄνδρας εὐσεβέστατος – καταγόταν ἀπὸ τὴν Θράκη – καὶ ἔγινε µαζὶ µὲ τὴν γυναῖκα του, Πουλχερία, θερµὸς προστάτης τῆς Ἐκκλησίας. Συνεκάλεσε µάλιστα, τὴν Δ´ Οἰκουµενικὴ Σύνοδο στὴν Χαλκηδόνα, στὴν ὁποία καὶ προήδρευσε µαζὶ µὲ τὴν Πουλχερία. Ἔτσι συνετέλεσε στὴν εἰρήνευση τῆς Ἐκκλησίας, καταδικάζοντας τοὺς αἱρετικούς, Εὐτυχῆ καὶ Διόσκορο, τῶν ὁποίων τὶς πλάνες ἀναφέραµε στὴν βιογραφία τοῦ Ἁγίου Φλαβιανοῦ (16 Φεβρουαρίου). Ἡ Πουλχερία πέθανε σὲ ἡλικία 54 ἐτῶν τὴν 10η Σεπτεµβρίου τοῦ 453, ὁ δὲ Μαρκιανὸς τὸ 457. Ἔφυγαν δὲ καὶ οἱ δυὸ µὲ τὴν συνείδηση ἀναπαυµένη, ὅτι ξεπλήρωσαν µὲ τὸν ἱερώτερο τρόπο τὰ βασιλικά τους καθήκοντα, τόσο πρὸς τὸ κράτος, ὅσο καὶ πρὸς τὴν Ὀρθόδοξη τοῦ Χριστοῦ Ἐκκλησία. Ὁ θάνατός τους προκάλεσε µεγάλο πένθος καὶ εἰλικρινῆ δάκρυα ἔτρεξαν στὶς κηδεῖες τους.

Ὁ Ὅσιος Αὐξίβιος (ἢ κατ᾿ ἄλλους Εὐξίφιος), ἐπίσκοπος Σόλων τῆς Κύπρου

Ἔζησε στὰ ἀποστολικὰ χρόνια. Γιὸς πλούσιας εἰδωλολατρικῆς οἰκογένειας τῆς Ῥώµης, εἶχε γνωρισθεῖ µὲ χριστιανοὺς τῆς Ῥώµης, ποὺ τὸν κατηχοῦσαν στὸν λόγο τοῦ Εὐαγγελίου. Ὅταν οἱ γονεῖς του θέλησαν νὰ τὸν παντρέψουν µὲ εἰδωλολάτρισσα, ἀναχώρησε κρυφὰ ἀπὸ τὴν Ῥώµη καὶ πῆγε στὴν Κύπρο. Ἐκεῖ βρισκόταν τότε ὁ Ἀπόστολος Βαρνάβας καὶ ὁ νεαρὸς τότε Μᾶρκος, ὁ µετέπειτα Εὐαγγελιστής, ποὺ κήρυττε τὸν λόγο τοῦ Χριστοῦ. Ὁ Αὐξίβιος παρακολούθησε τὰ κηρύγµατά του καὶ βαπτίστηκε. Ἔγινε µάλιστα ἱερέας τῶν Σόλων τῆς Κύπρου (πόλη ἀρχαία της Κύπρου – ὁµώνυµη ὑπῆρχε καὶ στὴν Κιλικία), ὅπου ἐργάστηκε µὲ πολὺ ἀποστολικὸ ζῆλο. Σὲ κάποια µάλιστα δηµόσια διδασκαλία του, συναντήθηκε µὲ τὸν ἀδελφό του, τὸν Θεµισταγόρα καὶ τὴν γυναῖκα του, ποὺ εἶχαν γνωρίσει στὴν Ῥώµη τὸν χριστιανισµὸ καὶ ἦλθαν νὰ τὸν συναντήσουν. Ἡ χαρὰ ἦταν µεγάλη. Ἀφοῦ τοὺς κατήχησε µὲ µεγάλη ἀκρίβεια, τοὺς ἔκανε ἀχώριστους συνεργάτες του στὴν εὐαγγελική του ἀποστολή. Καρπὸς τῆς συνεργασίας αὐτῆς ἦταν ἡ θαυµάσια διάδοση τοῦ Εὐαγγελίου σ᾿ ὅλη τὴν πόλη καὶ τὰ περίχωρα τῶν Σόλων.

Ὁ Ἅγιος Θεόδωρος ὁ νέος ἢ Βυζάντιος

Γεννήθηκε στὸ Νεοχώρι τοῦ Βυζαντίου τὸ 1774 ἐπὶ βασιλείας τοῦ σουλτάνου Μαχµούτ, ἀπὸ γονεῖς εὐσεβεῖς χριστιανούς, τὸν Χατζὴ Ἀναστάσιο καὶ τὴν Σµαραγδή. Ἀπὸ παιδὶ ἀφοσιώθηκε στὰ ἱερὰ γράµµατα καὶ ἔµαθε τὴν τέχνη τῆς ζωγραφικῆς. Ὑπηρετοῦσε κοντὰ σ᾿ ἕνα ζωγράφο στὸ παλάτι τοῦ σουλτάνου καί, καθῶς ἦταν νεαρός, µέσα στὶς ἡδονές, παρασύρθηκε καὶ ἀλλαξοπίστησε µὲ ἀντάλλαγµα τιµὲς καὶ ἀξιώµατα. Μετὰ τρία χρόνια, ἔπεσε πανώλη στὸ παλάτι τοῦ σουλτάνου καὶ ὁ Θεόδωρος συναισθάνθηκε τὸ ἁµάρτηµά του. Καταφρόνησε τότε τιµὲς καὶ ἀξιώµατα καὶ µεταµφιεσµένος δραπέτευσε στὴν Χίο. Ἐκεῖ χειραγωγήθηκε ἀπὸ κάποιον πνευµατικὸ καὶ πῆρε τὴν µεγάλη ἀπόφαση τοῦ µαρτυρίου. Ἀφοῦ προετοιµάσθηκε καλά, κοινώνησε τῶν ἀχράντων µυστηρίων καὶ µαζὶ µὲ ἕνα πνευµατικό του ἀδελφὸ πῆγε στὴν Μυτιλήνη. Ἐκεῖ παρουσιάστηκε στὸν κριτὴ καὶ ὁµολόγησε µὲ θάρρος καὶ χαρὰ τὴν πίστη στὸν Χριστό, ἀφοῦ πέταξε κάτω τὸ τουρκικό σαρίκι ποὺ ἐπίτηδες εἶχε φορέσει. Ξαφνιασµένος ὁ κριτής, διέταξε τὴν ἄµεση φυλάκισή του καὶ νὰ τὸν µαστιγώσουν ἀνελέητα. Δεκαπέντε Τοῦρκοι τὸν µαστίγωναν συγχρόνως. Ἀλλὰ ὁ Θεόδωρος ἐπέµενε νὰ ὁµολογεῖ τὸν Χριστό. Τότε µία σειρὰ φρικιαστικῶν βασανιστηρίων ἀκολούθησε, ποὺ καὶ µόνη ἡ ἀναφορά τους ἀηδιάζει τὸν ἀναγνώστη. Στὸ τέλος τὸν κρέµασαν τὴν 17η Φεβρουαρίου 1795 στὴν Μυτιλήνη. Μετὰ τρεῖς ἡµέρες, οἱ Χριστιανοὶ πῆραν ἄδεια καὶ κήδευσαν τὸ µαρτυρικό του λείψανο µὲ τιµὲς στὸν ναὸ τῆς Παναγίας Χρυσοµαλλούσης. Ἡ δὲ Μυτιλήνη τὸν ἔκανε Πολιοῦχο της.

Ὁ Ἅγιος Μιχαὴλ ὁ Μαυροειδῆς, ἀπὸ τὴν Ἀδριανούπολη

Δὲν ἔχει καµιὰ σχέση µὲ τὸν νεοµάρτυρα Μιχαὴλ τὸν Μαυρουδὴ ἀπὸ τὴν Γρανίτσα Ἀγράφων (10 Μαρτίου). Ὁ νεοµάρτυρας αὐτὸς ἦταν ἀπὸ τοὺς ἐπιφανεῖς καὶ πλουσίους τῆς Ἀδριανουπόλεως τῆς Θράκης καὶ συκοφαντήθηκε στὸν δικαστὴ τῆς πόλης ἀπὸ φανατικοὺς Τούρκους, ὅτι περιφρόνησε τὸ ὄνοµα τοῦ θεοῦ τους. Ὁ δικαστής, ποὺ γνώριζε καλὰ τὴν ἐντιµότητα τοῦ Μιχαήλ, τὸν ἀπάλλαξε ἀπὸ κάθε κατηγορία. Ἀλλ᾿ οἱ συκοφαντοῦντες ἀπείλησαν τὸν δικαστή, ὅτι θὰ τὸν καταγγείλουν στὸν σουλτάνο, ἐπειδὴ δὲν ὑπερασπίζεται τὴν πίστη τους. Ὁ δικαστὴς φοβήθηκε καὶ φυλάκισε τὸν Μιχαήλ, ἀφοῦ ἐνηµέρωσε τὸν σουλτάνο καὶ περίµενε ἀπ᾿ αὐτὸν ἀπόφαση. Ἡ διαταγὴ ἦλθε καὶ ἔλεγε: ἢ νὰ ἀλλαξοπιστήσει ἢ νὰ καεῖ ζωντανός. Ὁ δικαστὴς προσπάθησε τότε μὲ κολακεῖες καὶ ἀπειλὲς νὰ ἀλλάξει τὸ φρόνηµα τοῦ Μιχαήλ, ἀλλὰ µάταια. Ὁ Μιχαὴλ παρέµενε σταθερὸς στὴν χριστιανική του πίστη. Τότε, σύµφωνα µὲ τὴν διαταγή, τὸν ἀποκεφάλισαν καὶ τὸ τίµιο σῶµα του τὸ ἔκαψαν στὶς 17 Φεβρουαρίου, τέλη τοῦ 15ου αἰῶνα.

Ὁ Ἅγιος Ἐρµογένης, Πατριάρχης Μόσχας (+ 1612)

 

Τό Συναξάρι εἶναι ἐπιλογή κειμένων ἀπό τό «ΑΓΙΟΛΟΓΙΟ ΤΗΣ ΟΡΘΟΔΟΞΙΑΣ» τοῦ κ.Χρ.Τσολακίδη