Home ΑΡΧΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ Σοφία Σαμαρά

Σοφία Σαμαρά

1447

Διηγήθηκε: «Όταν ο γυιός μου Κώστας απολύθηκε από φαντάρος δεν πολυπίστευε. Εγώ προσπαθούσα να του πω κάποια πράγματα για την θρησκεία μας και ενώ ήμουν στην κουζίνα τηγανίζοντας ψάρια, μου λέει:

– Μάννα, αν βάλης το χέρι σου στο τηγάνι τώρα που τηγανίζεις και δεν καής, τότε θα πιστέψω όλα αυτά που λες πως είναι αλήθεια.

»Αμέσως είπα στο Όνομα της Αγίας Τριάδος και έβαλα το χέρι μου μέσα στο τηγάνι. Τότε ο Κώστας μου λέει:

– Μάννα, βρεγμένο χέρι έβαλες και πας να με κοροϊδέψης.
– Όχι, παιδί μου, του λέω. Κοίτα. Και αμέσως σκούπισα το χέρι μου και το έβαλα αμέσως στο τηγάνι πάλι.

»Έπεσε στα γόνατα το παιδί μου και έκλαιγε.

-Μάννα, συγγνώμη, συγχώρεσέ με, πιστεύω. Πιστεύω όλα όσα μου λες πως είναι αλήθεια, και από τότε το παιδί μου άλλαξε πολύ.

Ο γυιός της, ο Σταύρος, είχε πεθάνει και μια νύχτα τον είδε στον ύπνο της. Της είπε: «Μάννα, δεν μπορώ να περάσω την μεγάλη πόρτα γιατί μια αμαρτία μου δεν εξομολογήθηκα. Βοήθα με. Τότε αυτή έκανε με δάκρυα προσευχές. Έπειτα από πολλές μέρες ξαναείδε το γυιό της που την ευχαρίστησε και της είπε: «Τώρα μπόρεσα να περάσω την πόρτα, γι’ αυτό πάντα να συμβουλεύης τον κόσμο να εξομολογήται και να μεταλαμβάνη, καθώς επίσης και να προσεύχεται για τους κεκοιμημένους».

Ρώτησε η κ. Δήμητρα την γερόντισσα Σοφία, αν δέχεται πάντοτε κόσμο, όλες τις ημέρες ότι ώρα και αν είναι και πότε ξεκουράζεται, γιατί ήξερε ότι την νύχτα είναι άγρυπνη και προσεύχεται. Απάντησε: «Δεν μπορώ να κλείσω την πόρτα για την δική μου ανάπαυση. Αυτός που έρχεται μέχρι εδώ κάποιο πρόβλημα θα έχη. Μόνο μια μέρα του χρόνου θέλω να είμαι μόνη μου για να προσεύχωμαι και να συνομιλώ με τον Σταύρο, το παιδί μου, που εκοιμήθη το 1967 και να τιμώ την ημέρα της ονομαστικής του εορτής, 14 Σεπτεμβρίου».

Μια τέτοια ημέρα την επισκέφτηκε η κ. Δέσποινα Κελεσίδου από την Νέα Νικομήδεια μαζί με την γνωστή της γερόντισσας Σοφίας, την Παναγιώτα. Η γερόντισσα άνοιξε μετά από πολλή ώρα. Ήταν ολιγομίλητη. Φαινόταν λυπημένη πολύ. Δεν την είχαν δη ποτέ άλλοτε έτσι. Σταύρωσε το παιδί και είπε στην μητέρα του: «Τίποτε δεν έχει το παιδί από πρόβλημα υγείας. Γεννήθηκε πολύ αδύνατο, γι’ αυτό θέλει πολλή περιποίηση και καλό φαγητό». και πράγματι ενώ οι γιατροί την ανησυχούσαν με τις προβλέψεις τους, το παιδί μεγάλωσε φυσιολογικά και έγινε ψηλό και δυνατό.

Είχε έναν Σταυρό με τον οποίο σταύρωνε τους ανθρώπους. Τον έβαζε στο μέτωπό τους και τον άφηνε. Ο Σταυρός στεκόταν σαν κολλημένος και όταν έσκυβαν το κεφάλι τους δεν έπεφτε. Αυτό το έκανε σχεδόν σε όλους τους επισκέπτες της.

Η Σοφία είχε σχέσεις πνευματικές με άλλες ενάρετες γερόντισσες. Την επισκεπτόταν η Τατιανή Σαββίδου, συζητούσαν και προσεύχονταν από κοινού. Με άλλες δύο ευλαβείς γυναίκες, την κυρά-Χαρίκλεια από το Τουρκοχώρι και την Ελένη από το Ζερβοχώρι, πήγαιναν σ’ ένα ήσυχο μέρος, γονάτιζαν και προσεύχονταν για πολλή ώρα. Η Σοφία σήκωνε τα χέρια της και από τον ουρανό κατέβαινε ένα φως πάνω της που έμοιαζε με φωτεινές γαλάζιες χάντρες.

Μια μέρα στην δικέλλα της, αφού είχε προσευχηθεί αρκετά, κάθησε να ξεκουραστή στο ντιβανάκι της. Την επισκέφθηκε γνωστή της και είδε το πρόσωπό της ασυνήθιστα αλλοιωμένο, γιατί προηγουμένως είχε δει Αγγέλους. Και όπως μιλούσε και είχε πλησιάσει το κεφάλι της προς την γνωστή της κυρία, εκείνη αισθάνθηκε να εξέρχεται ευωδία από το κεφάλι της Σοφίας, σαν αυτή που αισθανόμαστε όταν προσκυνούμε άγια Λείψανα. Όπως όμως μιλούσαν ήρθε ένας άνεμος από το ανοιχτό παράθυρο και αισθάνθηκαν μια δαιμονική ενέργεια που έρριξε κάτω τα σκεύη της μαγειρικής από τον μπάγκο. Τότε η Σοφία πήρε το μπαστουνάκι της, χτύπησε μία πάνω στο μάρμαρο και είπε: «Καταραμένε, φύγε από δω. Ενοχλήθηκες;».

Κάποτε ενώ μιλούσε με την κ. Δήμητρα της είπε: «Αν ήξερες, αδελφή Δήμητρα, ποιος κάθεται δίπλα σου!», και έλαμπε το πρόσωπό της με φως παράξενο πιο δυνατό από το φως της ημέρας.

Μία φορά έκοψε από τον κήπο της ένα κρίνο και τον έβαλε μπροστά στην εικόνα της Παναγίας. Πέρασε ένας χρόνος και ξανά πάλι την άλλη χρονιά άνθισε ο κρίνος. Αυτό συνεχίστηκε να γίνεται από το έτος 1963 μέχρι το 1967. Το είδαν πολλοί και έλεγαν: «Πάμε να δούμε το κρινάκι της γιαγιάς Σοφίας που άνθισε». Κάθε χρόνο άνθιζε ο ξερός κρίνος την άνοιξη και μετά μαραινόταν.

«Κάποτε», διηγείται η Παναγιώτα από τη Νέα Νικομήδεια, βρήκαμε τη γιαγιά Σοφία με αν τσαπάκι να φροντίζη τον κήπο της. Μας είπε: «Προσπαθώ να έχω λουλούδια για να προσφέρω στην Παναγία και στους Αγίους, γι’ αυτό θέλω τον ανθόκηπο».

»Μετά μας πήρε μέσα και μας έδειξε το κρινάκι, το ξερό κλαδί που πήρε ν’ ανθίζη. “Είχα και εγώ στην αυλή τέτοιους κρίνους αλλά χάθηκαν οι βολβοί. Λυπήθηκα πολύ και παρακαλούσα την Παναγία πώς να ξαναβρώ από τα ίδια λουλούδια-κρίνα για να μπορώ να προσφέρω στην Παναγία. Και τώρα δείτε!”.

» Το ξερό κλαδί ήταν ακουμπισμένο πίσω στην εικόνα της Παναγίας κάτω ήταν γεμάτο βολβούς και πάνω μπουμπούκια. “Απ’ αυτούς τους βολβούς θα φυτέψω στην αυλή να έχω κρίνα για την Παναγία”. Όταν ξαναπήγαμε μετά από λίγο καιρό το ξερό μπουμπουκιασμένο κλαδί ήταν ανθισμένο”».

Η προσευχή της ήταν δυνατή και βοηθούσε πολλούς. Ιδιαιτέρως βοηθούσε άτεκνα ανδρόγυνα να αποκτήσουν παιδιά. Πρώτα απ’ όλα ζητούσε πίστη. «Αν δεν πιστεύης, θα είναι πολύ δύσκολο να αποκτήσης παιδί», έλεγε. Έπειτα σταύρωνε την γυναίκα με το ξύλινο Σταυρό, στον οποίο είχε τυλιγμένο ένα λεπτό κομποσχοινάκι, τους έβαζε να προσκυνήσουν και μετά έκαναν προσευχή.

Κάποια από την Βέροια υποσχέθηκε στην Σοφία πως αν αποκτήση παιδί, θα το δώση να το βαπτίση αυτή (η Σοφία). Μετά από δέκα χρόνια απέκτησε κοριτσάκι και σκέφθηκε να βάλη δύο νονές, την Σοφία και την αδελφή της. Η Σοφία είπε: «Δεν γίνεται να το βαπτίσουν δυό. Άντε πηγαίνετε στην ευχή της Παναγίας, γερό να είναι το παιδί και ας το βαπτίση όποιος θέλει». Το μωρό όμως, παραμονές της βαπτίσεως αρρώστησε. Οι γονείς φοβήθηκαν, ένιωσαν ενοχή και το πήγαν στην Σοφία. Αυτή τους περίμενε· το σταύρωσε, τους ευχήθηκε, το μωρό συνήλθε και μετά το βάπτισαν.

Είχε σε μεγάλη ευλάβεια τον Τίμιο Σταυρό και πίστευε στη δύναμή του, γιατί έβλεπε να γίνωνται θεραπείες με τον ξύλινο Σταυρό που είχε. Αλλά και οι φλόγες από τα καντηλάκια της γερόντισσας Σοφίας σχημάτιζαν φωτεινό σταυρό. Το είδαν πολλοί αυτό το θαυμαστό φαινόμενο.

Την χαριτωμένη γιαγιά Σοφία την επισκέπτονταν πολλοί από όλη την Ελλάδα. Η αρετή και η χάρη που είχε τραβούσε ψυχές κοντά της για να ακούσουν τα φωτισμένα λόγια της και να ζητήσουν τις προσευχές της. Όχι μόνο λαϊκοί αλλά και γνωστοί ιερείς της Βέροιας, όπως ο π. Γρηγόριος Σοφός, ο π. Βασίλειος Μπαχτσεβάνης, ο π. Κωνσταντίνος, ο π. Σωσίπατρος Πιτούλιας και ένας νέος που τώρα μονάζει στο Άγιον Όρος.

Η γερόντισσα Σοφία ήταν ένας θησαυρός για την Βέροια και την γύρω περιοχή. Άγγελος καλωσύνης. Θυσίαζε τον εαυτό της για τον πλησίον. Όλη τη νύχτα προσευχόταν και την ημέρα δεχόταν κόσμο. Ότι έκανε ήταν για την ανακούφιση και το καλό του πλησίον. Η αυταπάρνηση ήταν το χαρακτηριστικό της. Πάντοτε χαμογελαστή με ιλαρό πρόσωπο, αθόρυβη, καλωσυνάτη, ολιγομίλητη, ασκητική με βαθειά εσωτερική γνήσια εκκλησιαστική ορθόδοξη ζωή. Με ταπείνωση και αγάπη. Με λαμπερό-φωτεινό πρόσωπο. Πηγή γιατρειάς για τους πονεμένους. Μιμητής του Χριστού, διάκονος αγάπης. Αφοσιωμένη στον Κύριο και στο θέλημα Εκείνου. Το έργο της ήταν αθόρυβο, η ζωή της κρυπτή εν’ Χριστώ. «Σας παρακαλώ, μη μιλάτε στον κόσμο για μένα, δεν κάνω τίποτε», έλεγε. Η ίδια κρυβόταν πολύ καλά και κάθε θαύμα το απέδιδε στον Κύριο ή στην Παναγία μας ή στους Αγίους που τόσο πολύ τιμούσε. Ακόμη και στην πίστη των ανθρώπων. Γι’ αυτό δεν δεχόταν ευχαριστίες και ευγνωμοσύνη. Ήταν χαριτωμένη, σαν ήλιος έλαμπε το πρόσωπό της.

Δεχόταν όλους, κάθε μέρα, ότι ώρα κι αν ήταν. Δεν είχε ώρες για την προσωπική της ανάπαυση. Όλους του καλοδεχόταν χαμογελαστή με ειρηνικό πρόσωπο γεμάτη αγάπη και καλωσύνη. Ο καθένας ένιωθε ότι τον αγαπά ιδιαίτερα και ξεχωριστά. Δεν έβλεπε αμαρτωλούς. Μόνο πονεμένες ψυχές που θέλουν στήριξη και βοήθεια να απαλλαγούν από αμαρτίες, πάθη, αρρώστιες, προβλήματα. Δεν ήθελε τίποτε γι’ αυτήν, μόνο να δοξασθή το όνομα του Κυρίου και να αναπαυθούν ψυχές.

Καταλάβαινε το πρόβλημα και την διάθεση του καθενός. Πήγε κάποτε μία νέα και η γερόντισσα δεν την δέχθηκε. «Πήγαινε στο καλό, παιδί μου», της είπε. Και όπως ομωλόγησε η ίδια πήγε με σκοπό να κοροϊδέψη και να χλευάση ότι της πη.

συνέχεια…