Home ΑΡΧΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ Γιαννούλα Θάνου

Γιαννούλα Θάνου

1441

Στην Τρίπολη, οδός Σεραγίου, αριθμός 13, έζησε μία ευλογημένη ψυχή, η κυρά-Γιαννούλα Θάνου αλλά πολύ θα αδικηθή από τα λίγα που γράφονται και που δεν μπορούν να αποδώσουν την μεγάλη πνευματική κατάστασή της. Θα μπορούσε να γραφή ολόκληρο συναξάρι, πολυσέλιδος τόμος, με τους αγώνες της, τα βιώματά της και τις πνευματικές νουθεσίες της, αλλά τότε που ζούσε δεν σκέφθηκε κανείς να κρατήση σημειώσεις.

Από τα λίγα που έμειναν στην μνήμη κάποιου που λίγο την γνώρισε πριν τριάντα περίπου χρόνια, δίδεται μια αμυδρή εικόνα αυτής της χαριτωμένης ψυχής.

Γεννήθηκε στις 22 Ιανουαρίου 1923 στο χωριό Λάβδα Τριπόλεως. Ήταν δευτερότοκη από τέσσερα αδέλφια. Κατά τις διηγήσεις της προερχόταν από  φτωχή οικογένεια αλλά ήταν πολύ πιστοί οι γονείς της.  Η μάννα της ιδιαίτερα ήταν πολύ ευλαβής. Την είχε ως πρότυπο στην ζωή της και έλεγε: «Εγώ δεν φθάνω στην μάννα μου».

Γιαννούλα Θάνου
Γιαννούλα Θάνου

Όταν ήταν μικρή και μαγείρευαν στο σπίτι τους καλό φαγητό, ο πατέρας της την έστελνε νύχτα, κρυφά, κατά το ευαγγελικό «όταν ποιής ελεημοσύνην μη σαλπίσης έμπροσθέν σου» (Ματθ. 6,2), να πάη φαγητό σε φτωχές οικογένειες. Στον δρόμο συναντούσε σκυλιά άγρια που γαύγιζαν. Αισθανόταν φόβο ως μικρή που ήταν, έκανε τον σταυρό της, προσευχόταν και παίρνοντας δύναμη έλεγε στα σκυλιά: «Σουτ! Σωπάστε. Εσείς στην δουλειά σας και εγώ στην δουλειά μου». Τα σκυλιά, όλως παραδόξως, ησύχαζαν και αυτή συνέχιζε ήσυχη τον δρόμο της.

Την πάντρεψαν με τον Δημήτριο Θάνο. Απέκτησαν τρία παιδιά. Είχαν μεγάλη φτώχεια. Αγόρασε ραπτομηχανή και έρραβε. Οικονομούσε αρκετά και σιγά-σιγά είχα αυτάρκεια, έκτισαν και σπίτι. Ήταν πολύ εργατική και πολύ ελεήμων.

Δεν ήταν τόσο η φτώχεια που την βάραινε αλλά οι δυσκολίες που συνάντησε στην οικογένεια του συζύγου της. Η πεθερά της ήταν κακότροπη και δεν την συμπαθούσε. Την κατηγορούσε στην άνδρα της και του έβαζε λόγια για να την χτυπά και την κακομεταχειρίζεται. Πέρασε δύσκολα μαζί της αλλά έκανε μεγάλη υπομονή και δεν κατέκρινε.

Ο άνδρας της πωλούσε λαχεία και όλη την ημέρα ήταν στα μαγαζιά στην πλατεία. Πολλές φορές επέστρεφε μεθυσμένος. Την έβγαζε έξω από το σπίτι και έπαιρνε τουφέκι να την τουφεκίση. Εκείνο όμως που την πλήγωνε περισσότερο ήταν που βλασφημούσε. Δεν την άφηνε ούτε να ανάβη το καντήλι. Μία φορά βλασφημούσε και η κ. Γιαννούλα προσευχόταν, έκλαιγε και έλεγε στην Αγία Παρασκευή: «Καλύτερα να τον τυφλώσης παρά να βλασφημά τον Θεό». Όταν μετά ξύπνησε από τον ύπνο του ήταν ταραγμένος και φώναξε την  κυρά Γιαννούλα να ανάψη το καντήλι. Κύριος οίδε τι συνέβη. Έκτοτε σταμάτησε να βλασφημά.

Ανέθρεψε τα παιδιά της με φόβο Θεού, τα κράτησε ανεπηρέαστα από όλη αυτή την κατάσταση, αγωνίστηκε και τα αποκατέστησε.

Κάποια φορά με τις προσευχές της σώθηκε ο γυιός της, όταν έπεσε σε γκρεμό με το αυτοκίνητο του. Από διαίσθηση, ως μητέρα, κατάλαβε τον κίνδυνο, προσευχήθηκε και ο Θεός τον έσωσε.

Η κυρά-Γιαννούλα στην Κατοχή έσωσε τον άνδρα της από τους Γερμανούς. Ήθελαν να τον σκοτώσουν. Αυτή έπεσε γονατιστή στα πόδια τους και με λόγια και σχήματα ταπεινά, ικετευτικά η σκληρότητα των Γερμανών στρατιωτών μεταβλήθηκε σε συμπάθεια.

Ήταν άνθρωπος που μόνο το καλό σκεφτόταν και το καλό εργαζόταν. Έκανε αρκετά συνοικέσια και στεφάνωσε πάνω από δέκα ανδρόγυνα. Βάπτισε πολλά μικρά παιδιά. Της είχε πει η μάννα της: «Όποιος κάνει (βαπτίσει) σαράντα χριστιανούς σώζει την ψυχή του». Και αυτή η ευλογημένη παρά την φτώχεια της εύρισκε μικρά που ήταν εγκαταλειμμένα και τσιγγανάκια παραπεταμένα, τα βάπτιζε, τα έντυνε και μετά τους έδινε ευλογίες (δώρα). Ήταν πραγματική πνευματική μητέρα άνευ διακρίσεων. Τα βαφτιστικά της ξεπερνούσαν τα τριάντα μέχρι το έτος 1980.

Η κυρά-Γιαννούλα ζούσε αθόρυβα και ταπεινά. Δεν άνηκε σε συλλόγους φιλανθρωπικούς, δεν ήξερε κανείς τις ελεημοσύνες της. Έκανε φαγητά, γλυκά και τα πήγαινε σε φτωχές οικογένειες, σε χήρες και ορφανά. Μία φορά πήγε ψωμί σε μια χήρα γυναίκα και εκείνη ξέσπασε σε κλάματα και ευχαριστίες γιατί τα παιδιά της πεινούσαν και δεν είχε να τα δώση ψωμί. Πίστεψε ότι ο Θεός φώτισε την κυρά-Γιαννούλα, γιατί πριν από λίγο στην προσευχή της η χήρα ζητούσε από τον Θεό ψωμί για τα παιδιά της.

Επισκεπτόταν τις φυλακές και βοηθούσε τους φυλακισμένους στις ανάγκες τους. Κάθε εβδομάδα έκανε ένα ταψί κέϊκ, έπαιρνε διάφορα άλλα φαγώσιμα και πήγαινε στο γηροκομείο για να δώση χαρά αλλά και να κάνη παρέα τους γέρους. Αυτό γινόταν ανελλιπώς. Το ίδιο έκανε και στους τυφλούς. Δεν ξεκουραζόταν καθόλου. Φρόντιζε ασθενείς να μην τους λείψουν τα φάρμακά τους και η ίδια τους έκανε τις ενέσεις. Σπλαχνιζόταν όλους και βοηθούσε ιδιαίτερα τους φυλακισμένους, τους τυφλούς και τους γέρους. Μαγείρευε για την οικογένειά της και έτρεχε στον προφήτη Ηλία να καθαρίση, να πλύνη, να κάνη τις ακολουθίες. Νέες που είχαν δημιουργήσει σχέσεις με αγόρια και δεν είχε καλή εξέλιξη η σχέση τους, κατέφευγαν απελπισμένες στην κυρά-Γιαννούλα. Καλούσε και τα αγόρια, τους μιλούσε, τους συμφιλίωνε και τους έπειθε να παντρευτούν. Πόσες φορές τις νύχτες χτυπούσαν την πόρτα της στις 2 ή 3 μετά τα μεσάνυχτα και την καλούσαν να τρέξη να βοηθήση ανθρώπους ασθενείς ή ετοιμοθάνατους. Ξεπερνούν τους 40 οι κεκοιμημένοι που προετοίμασε η κυρά-Γιαννούλα. Ποτέ δεν κλείδωνε. Το κλειδί κρεμόταν μέσα από το εξώφυλλο του παραθύρου. Ποτέ της δεν παραπονέθηκε, δεν είπε ότι κουράστηκε, δεν γόγγυξε για τίποτε και για κανέναν. Ήταν στήριγμα πολλών ανθρώπων. Είχε ταπείνωση και διάκριση. Η ευσπλαχνία της για τους αναξιοπαθούντας την έκανε να φθάση και σε ανώτερους παράγοντες για να ζητήση βοήθεια για νέους ανέργους και οικογενειάρχες φτωχούς. Τα προλάβαινε όλα. Ήταν πολύ άξια. Έβαζε κήπο και έδινε κηπευτικά σε πολλούς. Τα αυγά από τις κότες που είχε δεν τα πωλούσε, τα έδινε σε φτωχούς. Έκανε χυλοπίτες τσουβάλια ολόκληρα και μοίραζε σε οικογένειες που είχαν ανάγκη.

Στο χωριό που γεννήθηκε, στο Λάβδα Θησώας μεριμνούσε για τους πτωχούς, τους γέρους και τακτικά τους έστελνε τρόφιμα και ρούχα προσεγμένα. Στα Εισόδια της Θεοτόκου, στο πανηγύρι, πήγαινε με άλλες γυναίκες από την Τρίπολη να βοηθήση και έκανε αρτοκλασία.

Μόνη της ή με κάποια φίλης της κρυφά και αθόρυβα πήγαινε σαν νοσοκόμα κάνοντας ενέσεις σε φτωχούς αρρώστους. Βοηθούσε γειτόνισσες στις ανάγκες τους, όταν αρρώσταιναν και αδυνατούσαν να εξυπηρετούν το σπίτι τους. Συμμετείχε στα προβλήματά τους, σαν να ήταν δικά της.  Έκανε προσευχή και εύρισκε πάντα λύσεις. Η αγάπη της οικονομούσε τα δύσκολα και ανέπαυε τους ανθρώπους.

Προσπαθούσε να μην περάση μέρα που να μην είναι γεμάτη καλωσύνες, προσφορά, θυσία και αγάπη. Κάποια μέρα ήταν λίγο στενοχωρημένη. Συνάντησε κάποιον γνωστό της. Του λέει: «Έλα να σε κεράσω. Σήμερα δεν ήρθε κανείς στο σπίτι, δεν έκανα τίποτε». Ανέπαυε τον σύζυγό της και τον γυιό της, η δε αγάπη της ξεχυνόταν και αγκάλιαζε τους φτωχούς, τους αρρώστους, τους δυστυχισμένους. Είχε έννοια για την οικογένειά της αλλά και για όλους εκείνους που είχαν ανάγκη.

συνεχίζεται…