Home ΑΡΧΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ Γιαννούλα Θάνου

Γιαννούλα Θάνου

2050

Η καλή και προσεκτική ζωή της, η πίστη, η αγάπη, η ευλάβεια και η προσευχή της την έκαναν χαριτωμένη. Το πρόσωπό της ήταν γεμάτο χάρη και φωτεινό. Έλαμπε ολόκληρη από τη θεία Χάρι, όμως η μεγάλη της ταπείνωση σκέπαζε και έκρυβε τις αρετές της.

Οι χριστιανοί της Τριπόλεως την ήξεραν και με σεβασμό μιλούσαν για την κυρά-Γιαννούλα. Έλεγε η πρεσβυτέρα Αντιγόνη Δημητρίου Κακαβούλη: «Εμείς την κυρά-Γιαννούλα έχομε», δηλαδή ως υπόδειγμα τελείου χριστιανού.

Γιαννούλα Θάνου
Γιαννούλα Θάνου

Είχε πνευματικές σχέσεις με ιερείς και μοναχές, κυρίως με τις αδελφές της Ι. Μονής πάνω Χρέπας.

Το έτος 1993 αξιώθηκε να προσκυνήση τους Αγίους Τόπους. Το επιθυμούσε σ’ όλη της την ζωή και το απεφάσισε μετά από ένα ζωντανό όνειρο-πρόσκληση. Έγραφε σε γράμμα της: «Φέτος πήγα στα Ιεροσόλυμα με ένα γκρουπ από την Αθήνα. Κλαίω και ευχαριστώ τον Κύριο που με αξίωσε να προσκυνήσω τους Αγίους Τόπους. Με το μπαστούνι πήγα και προσκύνησα σε όλα τα προσκυνήματα του Κυρίου».

Κάποτε μία Σαρακοστή των Χριστουγέννων ο παπα-Δημήτρης Κακαβούλης, από την ενορία του αγίου Κωνσταντίνου και Ελένης (Μαντζαγρά), έκανε Σαρανταλείτουργο. Η θεία Λειτουργία τελείωνε με το φώτισμα. Η κυρά-Γιαννούλα πήγαινε με τα πόδια νύχτα από την Τρίπολη στο χωριό. Κρατούσε στο ένα χέρι το πρόσφορο και στο άλλο το κομποσχοίνι, λέγοντας την ευχή. Στον δρόμο την συναντούσαν σκυλιά, ξενύχτηδες, μεθυσμένοι. Έβρεχε, χιόνιζε, έκανε κρύο αλλά αυτή η ευλογημένη τα αψηφούσε όλα και πήγαινε να λειτουργηθή. Βοηθούσε στην ακολουθία, διάβαζε και έψαλλε όσα ήξερε, και με το ξημέρωμα, όταν τελείωνε η θεία Λειτουργία, γύριζε στο σπίτι της για να προλάβη να ετοιμάση τα απαραίτητα για τον σύζυγό της και τον γυιό της.

Μια τέτοια νύχτα πήγαινε για Λειτουργία. Βάδιζε μόνη της μέσα στην ερημιά και ξαφνικά βλέπει μπροστά της μία σκιά από μία μαυροφόρα γυναίκα να προπορεύεται. Πίστεψε ότι ήταν η Παναγία. Ενισχύθηκε και χάρηκε.

Έκανε προσευχή πολλή για όσους είχαν ανάγκη. Συμμετείχε στον πόνο και στα προβλήματα των ανθρώπων. Σκορπούσε γύρω της την θεία Χάρι και έδινε παρηγοριά και ελπίδα. Η πίστη της ήταν μεγάλη. Έλεγε το «Πάτερ ημών…», σταύρωνε ασθενείς και γίνονταν καλά. Ένας ιερέας της το απαγόρευσε λέγοντας: «Κυρά-Γιαννούλα, τι είσαι εσύ; Ιερέας είσαι; Αυτά είναι των ιερέων· άλλη φορά μην ξανασταυρώσης!», και σταμάτησε. Αλλά κάποτε αρρώστησε η πρεσβυτέρα του. Την διάβασε ο παπάς αλλά δεν έπαυσαν οι πόνοι, σφάδαζε από τους πόνους. Η κυρά-Γιαννούλα βλέποντάς την σ’ αυτή την κατάσταση, αυθόρμητα την σταύρωσε, προσευχήθηκε από την καρδιά της και αμέσως έγινε καλά η παπαδιά. Τότε της λέγει ο ιερέας: «Κυρά-Γιαννούλα, εσύ είσαι ανώτερη από μένα· να σταυρώνης τώρα όποιον θέλεις».

Κάποτε η ανεψιά της Γεωργία έκλαιγε απαρηγόρητα γιατί η μητέρα της  ήταν άρρωστη στην Αμερική και κινδύνευε να πεθάνη. Την άλλη μέρα η κυρά-Γιαννούλα της είπε χαρούμενη να μη στενοχωριέται γιατί είδε στον ύπνο της την Γερόντισσα Φιλοθέη της πάνω Χρέπας και της είπε η Παναγία να πή στην κυρά-Γιαννούλα ότι η νύφη της δεν έχει τίποτα, θα γίνη καλά, όπως και έγινε.

Αγαπούσε πολύ τον Θεό. Όλες οι συζητήσεις της περιστρέφονταν γύρω από τον Θεό και κατέληγαν στον Θεό. Χαιρόσουν να την ακούς να διηγήται και να συμβουλεύη. Σε ανθρώπους με προβλήματα και αδιέξοδα συνιστούσε υπομονή και προσευχή. Σου μετέδιδε μία χαρά και μία ελπίδα με δύναμη. Απέφευγε να αναφέρη τις δυστυχίες που πέρασε για να μη στενοχωρηθούν οι άλλοι. Η θεία Χάρι έχει την ιδιότητα σαν τον μαγνήτη να τραβά κοντά της ανθρώπους. Την κυρά-Γιαννούλα την επισκέπτονταν πολλοί λαϊκοί και κληρικοί, ακόμη και αγιορείτες μοναχοί. Έφευγαν ωφελημένοι και εντυπωσιασμένοι, τους έδινε ευλογίες και τους έβαζε στην προσευχής της.

Ενώ ζούσε και αγωνιζόταν σαν μοναχή, ποτέ της δεν σκέφθηκε να γίνη μοναχή. Μετά την κοίμηση του συζύγου της, τον οποίο υπηρετούσε αγόγγυστα, του έκανε σαρανταλείτουργο και τα μνημόσυνα. Όταν κάποιος την παρώτρυνε να πάρη μοναχικό σχήμα, αρνήθηκε από ταπείνωση λέγοντας ότι δεν είναι άξια.

Στο τέλος της ζωής της έμενε με την κόρη της Ελένη στη Βέροια. Έσπασε το πόδι της, ανάρρωσε και μετά έπαθε εγκεφαλικό. Στις 16 Μαρτίου του έτους 2002 εκοιμήθη ειρηνικά και επορεύθη η μακαρία ψυχή της στον Κύριο που αγαπούσε εξ’ όλης καρδίας και υπηρέτησε εξ’ όλης της ισχύος της.

Φεύγοντας από την πρόσκαιρη αυτή ζωή δεν παρέλειψε να περάση να χαιρετήση γνωστό της αγαπητό πρόσωπο. Είδε στον ύπνο του την ψυχή της να ανεβαίνη βιαστική και χαρούμενη χωρίς να γνωρίζη την κοίμησή της.

Αιωνία της η μνήμη. Αμήν.
Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Α΄, έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος»