Home ΑΡΧΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ Ευθαλία Πατέρα – Μέρος Α’

Ευθαλία Πατέρα – Μέρος Α’

870

Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου ΚορυδαλλούΗ Ευθαλία Πατέρα γεννήθηκε στην Κόνιτσα το 1905. Γονείς της ήταν ο Χρήστος και η Βασιλική Πατέρα, άνθρωποι με θεοσέβεια. Μεγάλωσαν τα παιδιά τους σύμφωνα με το θέλημα του Θεού· τους ενέπνευσαν πίστη και ευλάβεια προς τον Θεό. Η Ευθαλία ήταν το τέταρτο από τα πέντε παιδιά τους και ξεχώριζε για την ιδιαίτερη πίστη, αγάπη και αφοσίωσή της προς τον Θεό. Από μικρή δεν της άρεσαν τα παιχνίδια, προτιμούσε την προσευχή και την μελέτη των πνευματικών βιβλίων. Ήθελε όλο να προσεύχεται και να μαθαίνη για τον Θεό. Ο Κώστας ο Τζιάλλας, πολύτεκνος και παραδοσιακός, νεωκόρος και ιεροψάλτης, της έφερνε άρθρα από θρησκευτικά περιοδικά που εκείνη τα διάβαζε με ιδιαίτερη χαρά και προσοχή, και γέμιζε η ψυχή της Χριστό.

Το ντύσιμό της ήθελε να είναι σεμνό και ταπεινό· τα χρωματιστά φορέματα δεν τα ήθελε. Κάποτε, όταν ήταν μαθήτρια Δημοτικού, της έβαλαν άσπρο γιακά στην ποδιά της και δεν ήθελε να την φορέση. Είχε φυσική κλίση για ολοκληρωτική αφιέρωση στον Θεό. Ζούμε με προσευχή και νηστεία. Δεν εσκέπτετο για επαγγελματική αποκατάσταση ούτε για δημιουργία οικογενείας. Ήταν άριστη μαθήτρια. Αγαπούσε πολύ τα παιδιά και ήθελε να γίνη δασκάλα. Την απασχολούσε όμως το γεγονός ότι, αν θα εγίνετο δασκάλα, θα επικοινωνούσε και θα συνεργάζετο και με άνδρες συναδέλφους. Έτσι άλλαξε γνώμη. «Τι δουλειά έχω εγώ με τους άνδρες;», έλεγε, και θυσίασε την μόρφωση για να ολοκληρώση απρόσκοπτα την αφιέρωσή της. Επισκέπτετο συχνά την Ιερά Μονή Στομίου και μάλιστα έμεινε περίπου ένα μήνα εκεί με τον θείο της τον Αλέξιο Φλώρο, τα αδέλφια της και άλλους συγγενείς. Ο Αλέξιος ήταν αδερφός της μητέρας της και επίτροπος στο Μοναστήρι. Σε κάποια επίσκεψη της πλησίασε μία γερόντισσα μοναχή και η Ευθαλία της ζήτησε να την κρατήση κοντά της να γίνη μοναχή. Εκείνη της είπε: «Εδώ στα βουνά υπάρχουν άγριοι άνθρωποι, ληστές. Εγώ είμαι γριά και θα πεθάνω. Πως θα ζήσεις εδώ στην ερημιά μόνη σου;». Ήταν τότε μόλις δεκαέξι ετών και φοβισμένη επέστρεψε και προτίμησε να μείνη μέσα στο σπίτι της, ζώντας πνευματικά.

Η ζωή της κυλούσε με προσευχή, νηστεία και διακονία. Κύριο γνώρισμά της η αγάπη και η θυσία· ήθελε όλους να τους διακονή και να τους ευχαριστή. Τ’ αδέρφια της είχαν εμπορικό κατάστημα και εκείνη στο σπίτι ετοίμαζε τα πάντα. Στολισμένη με την ταπείνωση και την υπομονή έζησε και συνεργάσθηκε αρμονικά με την  δεύτερη γυναίκα του μεγαλύτερου αδερφού της για πολλά χρόνια. Την πρώτη την προέπεμψε για την αιώνια ζωή με τα λόγια: «Άγγελος μας ήρθες, άγγελος μας έφυγες». Η πρώτη γυναίκα του αδερφού της Γιώργου πέθανε πάνω στη λοχεία και άφησε ορφανό το μόλις δεκαπέντε ημερών κοριτσάκι, την Άννα, την οποία μεγάλωσε με πολλή αγάπη και στοργή η Ευθαλία. Με την δεύτερη γυναίκα του Γιώργου, την Όλγα ,έζησαν αγαπημένα πάνω από τριάντα χρόνια. Επίσης μεγάλωσε και τα έξι παιδιά της αδερφής της, της Χαρίκλειας, γιατί αυτή και ο άνδρας της αντιμετώπιζαν προβλήματα υγείας.

Η Ευθαλία ήταν για όλους επίγειος άγγελος. Στους γονείς της πρόσφερε την αγάπη, την διακονία με προθυμία και ευγνωμοσύνη· ειδικά με την μητέρα της, που χρειάσθηκε βοήθεια, την ετοίμαζε καθημερινά νωρίς το πρωί για να περάσουν τ’ αδέρφια της, που θα πήγαιναν για δουλειά, να την χαιρετήσουν. Τον εαυτό της δεν τον υπελόγιζε, το μόνο που ήθελε ήταν να δίνη και να θυσιάζεται για τους συναθρώπους της. Το σπίτι της ήταν αρχοντικό και η οικογένειά της φιλόξενη. Φιλοξενήθηκαν στο σπίτι της πολλοί άνθρωποι, απλοί και επίσημοι, και κυρίως περιοδεύοντες ιεροκήρυκες. Εκείνη φρόντιζε πάντα να προσφέρη τις υπηρεσίες της χωρίς να φαίνεται. Ήθελε πάντα να ζη στην αφάνεια.

Από το σπίτι της δεν έβγαινε παρά μόνον για να συναντήση την εξαδέρφη της, την Κέτη (Πατέρα) και την Ντίνα Μόκορου· μ’ αυτές είχε πνευματικές συζητήσεις. Πήγαινε και στην Αργυρώ Παπαθεμιστοκλέους, την πρεσβυτέρα, και της έλεγε λόγια Θεού. Η πρεσβυτέρα πολύ εχαίρετο και ενισχύετο. Όταν περνούσε από το σπίτι της παπαδιάς ο Πνευματικός, παπα-Παύλος Ζησάκης, και την εύρισκε χαρούμενη και ειρηνική, την ρωτούσε: «Πέρασε η Ευθαλία από δω;». Γνώριζε ο παπάς ότι το πέρασμα της Ευθαλίας έφερνε την χαρά και την ειρήνη του Θεού.

συνεχίζεται…

«Ασκητές μέσα στον κόσμο – B΄», Άγιον Όρος, 2012