Home ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Η πλάνη του διαλογισμού – π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος

Η πλάνη του διαλογισμού – π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος

908

Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου ΚορυδαλλούΌποιος συγχέει το διαλογισμό με την προσευχή, εισάγει εξωχριστιανική αντίληψη γιά την προσευχή και βγαίνει έξω από τον πνευματικό χώρο τής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Μετατρέπει την προσευχή σε «τεχνική», πού δραστηριοποιεί δήθεν εσωτερικές δυνάμεις με αυτόματες διαδικασίες, που σε τελική φάση δε βρίσκονται σε σχέση ή σε αναφορά με το πρόσωπο τού Ιησού Χριστού. Ας το δούμε αυτό με βάση τα κείμενα τής «Οικουμενικής θρησκείας» τής «Αρμονικής Ζωής» ή της «Οικουμενικής Φιλοσοφίας», όπως αναφέρει ο Νάτζεμυ: Η προσευχή προσδιορίζεται ως επικοινωνία με το «Οικουμενικό Πνεύμα», που όμως είναι «μέσα μας». Οπότε επικοινωνία σημαίνει απλώς να σταματάμε προσωρινά το ατέρμονο τρέξιμο του νου προς εξωτερικά γεγονότα, επιθυμίες, προσκολλήσεις, φόβους και προσδοκίες. Σημαίνει να κατευθύνουμε την προσοχή μας στην εσωτερική ηρεμία, γιά να μπορέσουμε να σκεφτούμε καθαρά γι’ αυτά πού συμβαίνουν μέσα μας και να τα πούμε στο φίλο, την αληθινή μητέρα ή τον αληθινό πατέρα. Ακριβώς όπως αναφέρουμε στους κοντινούς μας αυτά που συμβαίνουν στη ζωή μας, έτσι μιλάμε γιά τα βαθύτερα συναισθήματά μας, τα ερωτήματά μας, εκφράζουμε την ευγνωμοσύνη μας και την ανάγκη μας στον Οικουμενικό Εαυτό (Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 23).

Όταν λοιπόν οι οπαδοί των γκουρού «προσεύχονται», δεν τρέχει ο νους τους «προς τα έξω», αλλά διαλογίζονται τα γεγονότα «μέσα τους». Ο «φίλος», ο «πατέρας», ο «αδελφός», δεν είναι ο Χριστός, αλλά ο «Οικουμενικός Εαυτός». Ακόμη κι αν χρησιμοποιούν την προσευχή τού Κυρίου, το «Πάτερ ημών», δεν στρέφονται προς κάποιο Θεό έξω από τον εαυτό τους. Ενώ «προσεύχονται», μένουν εντελώς μόνοι και βυθισμένοι σε απέραντη μοναξιά, χωρίς να έχουν τη συναίσθηση πως υπάρχει εκεί και κάποιος άλλος, που μπορεί να τούς προσφέρει το έλεός Του, βοήθεια, αγάπη, στοργή. Η λεγόμενη προσευχή είναι «άνοιγμα» προς τον «εαυτό», όχι προς κάποιον Θεό έξω από τον άνθρωπο. Ο Νάτζεμυ υπογραμμίζει ιδιαίτερα:

«Αυτό ονομάζεται προσευχή. Πολύ απλά, ν’ ανοίγουμε την καρδιά μας στο οικουμενικό ον. Μπορούμε να το κάνουμε αυτό με τη βοήθεια παραδοσιακών προσευχών, όπως είναι το Πάτερ Ημών ή άλλες προσευχές που μας έχουν δοθεί από το θρησκευτικό μας περιβάλλον, που εμείς έχουμε διαλέξει, όταν διαλέξαμε τον τόπο που θα γεννηθούμε και τούς γονείς μας».

Διευκρινιστικά παρατηρούμε εδώ πώς ο Νάτζεμυ αναφέρεται στη δοξασία τού κάρμα και τής μετενσάρκωσης, που αποτελεί το θεμέλιο τού διαλογισμού. Ο κάθε άνθρωπος, με βάση τις καρμικές σχέσεις από προηγούμενες ζωές, «διαλέγει» τούς γονείς του, τον τόπο που θα γεννηθεί, τη θρησκεία πού θα έχει, το επάγγελμα κ.ο.κ. Ολόκληρη η ζωή του αποτελεί είδος κινηματογραφικής ταινίας, που είναι γραμμένη και δεν μπορεί σε καμιά περίπτωση να αλλάξει. Πρέπει να «παιχθεί». Ο καθένας έχει τη δυνατότητα να παίξει το ρόλο του «χωρίς προσκόλληση» και «ταύτιση», σαν να μην τον αφορά το τί του συμβαίνει. Όλες οι πράξεις του, ανεξάρτητα από το αν εμείς τις θεωρούμε καλές ή κακές, αν διαπραχθούν «χωρίς ταύτιση», είναι εξίσου άγιες, δεν υπάρχει διαφορά ανάμεσα στο καλό και στο κακό. Και το ένα και το άλλο είναι προσδιορισμένα από το «κάρμα» και αναπόφευκτα. Έτσι ο καθένας που έχει «διαλέξει» το «θρησκευτικό περιβάλλον» με τις «καρμικές σχέσεις» του από προηγούμενες ζωές, μπορεί να χρησιμοποιήσει σύμβολα, ονόματα, προσευχές από το περιβάλλον αυτό. Το αποτέλεσμα είναι πάντοτε το ίδιο! (γιά το θέμα αυτό βλ. Α. Αλεβιζοπούλου, Μετενσάρκωση ή ανάσταση; Ορθόδοξη θεώρηση του κακού, Πρέβεζα 1992).

Η χριστιανική προσευχή δεν είναι «στροφή προς τα έσω», αλλά απευθύνεται πάντοτε προς το «απέναντι τού ανθρώπου», που είναι ο Θεός και επικαλείται την αγάπη Του και το έλεός Του

Ο Νάτζεμυ προσθέτει ότι δεν είναι απαραίτητο να χρησιμοποιήσει κανείς παραδοσιακές προσευχές. Μπορούμε να προτιμήσουμε κάτι πιο αυθόρμητο. Κάθε σκέψη έχει μέσα της μια πνευματική δύναμη. Η διαφορά έγκειται στην ένταση τής «δόνησης»:

«Μπορούμε ακόμη να δημιουργήσουμε τη δικιά μας αυθόρμητη επικοινωνία, ανάλογα με τα αισθήματα τής στιγμής αυτής. Και τα δύο είναι πολύτιμα. Οι παραδοσιακές προσευχές έχουν δημιουργηθεί από φωτισμένα άτομα (το Πάτερ ημών από τον ίδιο τον Ιησού) και έτσι έχουν μια ιδιαίτερη πνευματική δόνηση. Επίσης, με τη συνεχή επανάληψη γιά τόσο μεγάλα χρονικά διαστήματα, από δισεκατομμύρια ανθρώπους, απέκτησαν μια δική τους πνευματική δύναμη. Κάθε ανθρώπινη σκέψη και λόγος εμπεριέχει κάποια πνευματική δύναμη. Όταν τόσα δισεκατομμύρια άνθρωποι έχουν προσευχηθεί με τα ίδια λόγια, στον ίδιο θεό γιά χιλιάδες χρόνια, δημιουργείται μια τεράστια συγκέντρωση πνευματικής δύναμης, ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα (Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 223-224).

Δεν έχει σημασία το περιεχόμενο των λόγων, αλλά η «φόρτισή» τους με «πνευματική δύναμη», εξαιτίας τής χρησιμοποίησής τους από «δισεκατομμύρια ανθρώπους». Αυτή η συγκέντρωση «πνευματικής δύναμης» δημιουργείται ανεξάρτητα από οποιονδήποτε άλλο παράγοντα. Δεν έχει σημασία λοιπόν αν πούμε «πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς» ή «Σατανά βοήθησέ με, είμαι δικός σου, γεννηθήτω το θέλημά σου»! Άλλωστε στον απόλυτο μονισμό δεν υπάρχει η διάκριση ανάμεσα στον Υιό τού Θεού και στον Εωσφόρο, στον Χριστό και στον Διάβολο. Και οι δύο είναι «διαφορετικές όψεις τού ίδιου πράγματος». Ο Νάτζεμυ μιλάει γιά «ενέργεια». Όμως εδώ δεν πρόκειται γιά τις Θείες ενέργειες τού Τριαδικού Θεού ως αποτέλεσμα αγάπης και ελευθερίας. Δεν πρόκειται γιά τη Θεία Χάρη, αλλά γιά ενέργεια που προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, με αυτόματες, μηχανιστικές διαδικασίες, μέσω των τεχνικών διαλογισμού.

Γράφει:

«Με την προσευχή και την ειλικρινή προσήλωση μπορούμε να γίνουμε μετασχηματιστές πνευματικής ενέργειας σε υλική αρμονία. Σαν τα φυτά που παίρνουν την ηλιακή ενέργεια από τον ήλιο και τη χρησιμοποιούνε γιά να ενώσουν τούς υδατάνθρακες με το οξυγόνο και να φτιάξουν ζάχαρη, άμυλα και άλλα θρεπτικά συστατικά, έτσι κι εμείς μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε πνευματική ενέργεια γιά να δημιουργήσουμε σκέψεις, ιδέες, λόγια και πράξεις που Θα ‘καναν τον κόσμο καλύτερο. Με τον καθημερινό διαλογισμό μπορούμε να αφομοιώνουμε πνευματική ενέργεια και εσωτερική ηρεμία και να τη διοχετεύουμε στους άλλους γύρω μας με τη μορφή αγάπης, συμπόνιας, κατανόησης και εξυπηρέτησης, κι αυτό Θα μάς δώσει ευτυχία και εσωτερική αγαλλίαση» (Οικουμενική φιλοσοφία, σ. 276).

Ο όρος προσευχή αποκτά στις γκουρουϊστικές ομάδες διαφορετικό περιεχόμενο, που προσδιορίζει εξωχριστιανική αντίληψη γιά την προσευχή. Πρόκειται γιά «τεχνική», που, όπως διακηρύσσεται, φέρνει σε κάθε περίπτωση αποτελέσματα, με τρόπο μηχανιστικό. Αυτή η ενέργεια, ως καρπός μιας τέτοιας τεχνικής, αντλείται μέσα από τον άνθρωπο, με μια διαδικασία «μετασχηματισμού». Δεν υπάρχει εδώ τίποτε το υπερβατικό. Ο όρος χρησιμοποιείται με την έννοια τού διαλογισμού.

Ο διαλογιζόμενος («προσευχόμενος») γίνεται μετασχηματιστής ενέργειας. Είναι ο δημιουργός σκέψεων, ιδεών, που μεταβάλλονται σε πράξεις, πού προκαλούν «εκπληκτικά φαινόμενα», λέγουν οι οπαδοί του διαλογισμού και τής «θετικής σκέψης». Με το διαλογισμό «μετασχηματίζουμε» την πνευματική ενέργεια «μέσα μας», γιά να τη διοχετεύσουμε στη συνέχεια προς τα έξω. Εδώ δεν μεσολαβεί τίποτε εκτός από τον ίδιο τον άνθρωπο. Μένει εντελώς μόνος και έρημος.

Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου ΚορυδαλλούΌμως γιά την χριστιανική προσευχή είναι ανάγκη να υπάρχουν δύο: Αυτός που προσεύχεται, και Εκείνος που γίνεται αποδέκτης τής προσευχής. Αυτός πού παρακαλεί, «Κύριε ελέησον» και Εκείνος που απαντά με το πλούσιο έλεός Του.

Η χριστιανική προσευχή δεν είναι «στροφή προς τα έσω», αλλά απευθύνεται πάντοτε προς το «απέναντι τού ανθρώπου», που είναι ο Θεός και επικαλείται την αγάπη Του και το έλεός Του. Η προσευχή είναι ένα «άνοιγμα» τού ανθρώπου στη θεία αγάπη, τού ανθρώπου που αισθάνεται πως είναι αδύναμος και ανίκανος να υψωθεί πέρα από την κτιστή πραγματικότητα. Γι’ αυτό επικαλείται την αγάπη και τη δωρεά τού Θεού.

Η απάντηση στην προσευχή δεν προέρχεται από τον ίδιο τον άνθρωπο, αλλά από τον Θεό. Όποιος δεν κάνει τη διάκριση ανάμεσα στον Θεό και στον εαυτό του, δεν μπορεί να προσευχηθεί, ούτε να γίνει δέκτης της απάντησης τού Θεού. Γιατί αυτή η απάντηση δεν είναι κάποια ενέργεια τυφλής τάξεως, αλλά χάρις, δωρεά τού Θεού, μετά τού οποίου ο άνθρωπος έρχεται σε κοινωνία αγάπης μέσω τής προσευχής.

Ο χριστιανός δεν καλείται σε μια καθαρά νοητική προσευχή. Συμμετέχει σ’ αυτήν και σωματικά προσεύχεται καθολικά, με όλη την ύπαρξή του. Οι ορθόδοξοι χριστιανοί συνηθίζουν να κάνουν στην προσευχή τους και μετάνοιες ή ακόμη να προσεύχονται γονατιστοί. Αυτό είναι ασφαλώς γιά το σώμα μας μια δυνατότητα να συμμετάσχει στην προσευχή. Το ίδιο παρατηρούμε και γιά τη νηστεία. Με αυτές τις ασκήσεις ο χριστιανός ταπεινώνει το σώμα του.

Αυτή η ταπείνωση προστίθεται στην ταπείνωση τού νου. Γιατί με την προσευχή ο άνθρωπος αποδεικνύει τη διάθεσή του να «ταπεινώσει» το νου, αφού εγκαταλείπει την αυτονομία, αναγνωρίζει την ανεπάρκειά του και προσβλέπει στη βοήθεια του Θεού.

Ο άνθρωπος τής ταπείνωσης, όχι μόνο τής διανοητικής αλλά και τής καθολικής, έχει τη διαβεβαίωση από τον Θεό πως θα τού δοθεί η δωρεά, η χάρη Του (‘Ιακ. δ’ 6. Α’ Πέτρ. ε’ 5). Αυτός που δεν δείχνει στάση «αιτούντος», που αισθάνεται επάρκεια και πιστεύει πως όλα υπάρχουν «μέσα του» και από εκεί μπορεί να τα αντλήσει «αφυπνίζοντας» τρόπον τινά τις «εσωτερικές» του δυνάμεις, δεν αισθάνεται την ανάγκη της δωρεάς τού Θεού και ο Θεός δεν τού επιβάλλει εκβιαστικά τα δώρα Του.

Πρέπει λοιπόν να ξεκαθαρίσουμε το πράγμα:

Αυτό που δίδει απάντηση στην προσευχή μας είναι ο Θεός. Αυτή η απάντηση είναι καρπός αγάπης και ελευθερίας τού Θεού, δεν είναι αποτέλεσμα εξαναγκασμού με ειδικές «τεχνικές» προσευχής. Αλλά ένας καρπός της αληθινής προσευχής, πού ταυτόχρονα είναι και προϋπόθεση, σε ότι αφορά την ανθρώπινη συμμετοχή, είναι η ταπείνωση. Ο αληθινά προσευχόμενος άνθρωπος αποκτά την συναίσθηση τής ύψιστης τιμής που τού δίδεται με την προσευχή και ταυτόχρονα του φόβου μήπως δεν φανεί αντάξιος αυτής τής τιμής. Ο αληθινά προσευχόμενος άνθρωπος μένει ταπεινός!

Αντίθετα ο διαλογιζόμενος «φουσκώνει», δεν λέγει «Συ Κύριε», αλλά «Εγώ είμαι Αυτός», δηλαδή «Εγώ είμαι ο Κύριος», «η θεότητα στην ανεκδήλωτη μορφή». Έτσι ο διαλογιζόμενος αντιστρέφει την εντολή τού Θεού και την εφαρμόζει στον εαυτό του: «Εγώ ειμί Κύριος ο Θεός…ούκ έσονταί μοι θεοί έτεροι πλήν εμού»! Αν χαρακτηρίσουμε το διαλογισμό «προσευχή», αν εξισώσουμε το διαλογισμό με την προσευχή, τότε η προσευχή αυτή επιστρέφει στον εαυτό μας, γιατί αυτός είναι ο σκοπός του διαλογισμού, να αντιληφθεί ο διαλογιζόμενος πως αυτός ο ίδιος είναι «Κύριος ο Θεός» και πως δεν υπάρχουν άλλοι θεοί πλην από αυτόν.

Απόσπασμα από το βιβλίο του π. Αντωνίου Αλεβιζοπούλου «Διαλογισμός ή Προσευχή;», Εκδόσεις Διάλογος, Της Υπηρεσίας Ενημερώσεως Διαλόγου και Πολιτισμού της Αρχιεπισκοπής Αθηνών, σε συνεργασία με την Πανελλήνια Ένωση Γονέων γιά την Προστασία της Οικογενείας και του ατόμου