Home ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Οι πλάνες των Ιεχωβιτών περί την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού...

Οι πλάνες των Ιεχωβιτών περί την Θεότητα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού – Τελευταίο Μερός

891

Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου ΚορυδαλλούΑς δούμε όμως και τα χωρία εκείνα, τα οποία δεν επιδέχονται παρερμηνεία και τα οποία οι ιεχωβίτες παρασιωπούν, όπως μου δίδεται η ευκαιρία να διαπιστώσω κάθε φορά, που συζητώ με ανθρώπους που προσηλυτίζουν και στους οποίους ούτε καν τα αναφέρουν:

α) Ο Κύριος από ηλικία 12 ετών έχει συνείδησι ότι πατήρ Του δεν είναι ο Ιωσήφ, αλλ’ ο ουράνιος Πατήρ (Λουκ. β´ 49).

β) Ο Κύριος ομιλεί ως «εξουσίαν έχων» (Ματθ. ζ´ 29) και διδάσκει αυτεξουσίως: «εγώ λέγω υμίν» (Ματθ. ε´ 22, 28, 32, 34, 39, 44).

γ) Αποδίδει στον εαυτό Του κατ’ επανάληψιν θείες ιδιότητες. Συγχωρεί αμαρτίες, εξουσιάζει και διατάσσει την φύσι, τον διάβολο, τον θάνατο. Διακηρύσσει: «Εγώ ειμί το φως του κόσμου» (Ἰωάν. η´ 12). «Εγώ ειμί η αλήθεια» (Ἰωάν. ιδ´ 6). «Υμείς φωνείτε με, ο Διδάσκαλος και ο Κύριος, και καλώς λέγετε, ειμί γαρ» (Ἰωάν. ιγ´ 13).

Αλλά μόνον ο Θεός είναι το φως, η αλήθεια ο Κύριος.

δ) Ανίσταται εκ’ των νεκρών ο Θεός παντοδύναμος και μεταδίδει το Άγιον Πνεύμα: «Λάβετε Πνεύμα Άγιον» (Ἰωάν. κ´ 22-24).

ε) Δέχεται τις προσφωνήσεις των μαθητών Του, που Τον αποκαλούν Θεό. Όταν ο Θωμάς Του λέγει (μετά την ψηλάφησι) «Ο Κύριος μου και ο Θεός μου» ο Ιησούς επιβεβαιώνει: «Ότι εώρακάς με, πεπίστευκας· μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες» (Ἰωάν. κ´ 2, 9). Κάποτε μάλιστα που ο Φίλιππος ζήτησε από τον Κύριο να του δείξη τον Πατέρα, ο Κύριος απάντησε: «Τοσούτον χρόνον μεθ’ υμών ειμί, και ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; ο εωρακώς εμέ εώρακε τον πατέρα· και πως συ λέγεις, δείξον ημίν τον πατέρα; ου πιστεύεις ότι εγώ εν τω πατρί και ο πατήρ εν εμοί εστί; (Ἰωάν. ιδ´ 9-11).

στ) Ως Θεό τον πίστευσαν και οι Άγιοι Απόστολοι. Ιδού μερικές χαρακτηριστικές ομολογίες τους:

«Εν αρχή ην ο Λόγος, και ο Λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ην ο Λόγος, Ούτος ην εν αρχή προς τον Θεόν. Πάντα δι’ αυτού εγένετο…Και ο Λόγος σάρξ εγένετο και εσκήνωσεων εν ημίν…» (Ἰωάν. α´ 1-3, 14). Και μόνον αυτή η περικοπή (Ιωαν. α’ 1-18) θα αρκούσε, για να αποδειγχθή η Θεότης του Κυρίου μας. Πως είναι δυνατόν ο Πατήρ να είναι άλογος, δηλαδή χωρίς Λόγο, Υιό που προαιωνίως γεννάται απ’ αυτόν; (Μέγας Αθανάσιος).

Ο ίδιος Ευαγγελιστής λέγει:

«Οίδαμεν δε ότι ο υιός του Θεού ήκει και δέδωκεν ημίν διάνοιαν ίνα γινώσκωμεν τον αληθινόν· και εσμέν εν τω αληθινώ, εν τω υιώ αυτού Ιησού Χριστώ. Ούτος εστίν ο αληθινός Θεός και ζωή αιώνιος» (Α´ Ἰωάν. ε´ 20).

Αλλ’ ας ακούσουμε και τον Απ. Παύλο: «Ο Χριστός…ο ων επί πάντων Θεός ευλογητός εις τους αιώνας» (Ρωμ. θ’ 5). «Προσδεχόμενοι την μακαρίαν ελπίδα και επιφάνειαν της δόξης του μεγάλου Θεού και σωτήρος ημών Ιησού Χριστού» (Τίτου β’ 13). «Εν αυτώ (Χριστώ) κατοικεί παν το πλήρωμα της θεότητος σωματικώς» (Κολασ. β’ 9) δηλαδή εις το σώμα του Χριστού κατοικεί όχι μέρος, αλλ’ όλος ο Θεός Λόγος.

Στο Α’ κεφ. της προς Εβραίους επιστολής έχουμε άλλη σπουδαία μαρτυρία: «Τίνι γαρ ειπέ ποτε των αγγέλων· υιός μου ει συ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε; και πάλιν· εγώ έσομαι αυτώ εις πατέρα, και αυτός έσται μοι εις υιόν;» (Ἑβρ. α´ 5).

«Όταν δε πάλιν εισαγάγη τον πρωτότοκον εις την οικουμένη, λέγει –και προσκυνησάτωσαν αυτώ πάντες άγγελοι Θεού» (Ἑβρ. α´ 6).

«…προς δε τον υιόν (λέγει)· ο θρόνος σου, ο Θεός, εις τον αιώνα και εις τον αιώνα του αιώνος» (Ἑβρ. α´ 8).

Βλέπουμε εδώ ότι ο πρωτότοκος καλείται Θεός, ο θρόνος Του είναι αιώνιος, και οι Άγγελοι θα Τον προσκυνήσουν. Πως όμως θα Τον προσκυνούσαν οι Άγγελοι, εάν δεν ήταν Θεός, εφ’ όσον ο ίδιος ο Κύριος απαγορεύει την λατρευτική προσκύνησι των κτισμάτων; «Κύριον τον Θεόν σου προσκυνήσεις και αυτώ μόνω λατρεύσεις» (Ματθ. δ´ 10).

Και ερωτώνται οι ιεχωβίτες:

Προσκυνούν τον Χριστό; Εάν Τον πιστεύουν ως κτίσμα, πως Τον προσκυνούν, παραβαίνοντας την θεία εντολή, κατά την οποία μόνο στον Θεό ανήκει λατρευτική προσκύνησις; Έτσι γίνονται ειδωλολάτρες, διότι προσκυνούν την κτίσι παρά τον κτίσαντα (Ρωμ. α´ 25).

Δεν προσκυνούν τον Χριστό; Πως πάλι παραβαίνουν την εντολή του Θεού προς όλα τα κτίσματα, αγγέλους και ανθρώπους, να Τον προσκυνήσουν;

Ιδού το αδιέξοδο, στο οποίο οδηγεί η παρερμηνεία της Αγίας Γραφής.

Αλλά ας δούμε ακόμη μία μαρτυρία της Αγίας Γραφής.

Ο ίδιος ο Απόστολος Παύλος, διδάσκει του Φιλιππησίους: «Ος (δηλαδή ο Χριστός) εν μόρφή Θεού υπάρχων, ουχ αρπαγμόν ηγήσατο το είναι ίσα Θεώ, αλλ’ εαυτόν εκένωσε μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος, και σχήματι ευρεθείς ως άνθρωπος, εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιππ. β´ 6-10).

Η θεία δηλ. ιδιότης και ισότης του Χριστού με τον Θεό Πατέρα δεν Τον εμπόδισε να ταπεινωθή, να κενώση τον εαυτό Του, και να λάβη την μορφή δούλου για την σωτηρία μας.

Δεν πρέπει βεβαίως να λησμονούμε ότι ο Κύριος Ιησούς δεν είναι μόνο τέλειος Θεός, αλλά και τέλειος άνθρωπος και συνεπώς πολλές εκφράσεις και λόγοι Του αναφέρονται στην ανθρωπίνη Του φύσι, την πληρότητα της οποίας αρνήθηκαν άλλοι αιρετικοί, οι μονοφυσίτες.

Ο Κύριος ως άνθρωπος, τρώγει, πίνει, κοπιάζει, αγωνιά προ του θανάτου, προσεύχεται, πάσχει, λέγει ότι αγνοεί την ημέρα της Β’ παρουσίας, κλαίει προ του τάφου του Λαζάρου, αν και θα τον αναστήσει μετά από λίγο, λέγει ακόμη ότι «ο πατήρ μου μείζων μου εστί» (Ἰωάν. ιδ´ 28). Ως Θεός διακηρύττει: «Εγώ και ο πατήρ εν εσμέν» (Ἰωάν. ι´ 30) και συγχωρεί τον ληστή επί του σταυρού κατά τον χρόνο που πάσχει ως άνθρωπος.

Πως είναι δυνατόν ο Ιησούς να είναι ταυτόχρονα Θεός και άνθρωπος, αυτό είναι το μέγα μυστήριο της ευσεβείας, που πρέπει εν πίστει να προσκυνήσουμε: «Και ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον· Θεός εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη» (Α´ Τίμ. γ´ 16).

Για την Θεότητα άλλωστε του Κυρίου μας Ιησού ομιλεί προφητικώς και η Παλαιά Διαθήκη: «Ότι παιδίον εγεννήθη ημίν, υιός και εδόθη ημίν, ου η αρχή εγενήθη επί του ώμου αυτού, και καλείται το όνομα αυτού μεγάλης βουλής άγγελος, θαυμαστός σύμβουλος, Θεός ισχυρός, εξουσιαστής, άρχων ειρήνης, πατήρ του μέλλοντος αιώνος» (Ἡσαΐας θ´ 6).

Πηγή: Ιερόν Ησυχαστήριον Παντοκράτορος Μελισσοχωρίου