Home ΑΡΧΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ Χαρίκλεια Πουρσανίδου – Μέρος Α’

Χαρίκλεια Πουρσανίδου – Μέρος Α’

1174

Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου ΚορυδαλλούΗ Χαρίκλεια Πουρσανίδου γεννήθηκε στις 2-2-1912 στο χωριό Εϊράπ της πόλεως Τοκάτ του Νομού Σεβάστειας της Μικράς Ασίας.

Όταν η Χαρίκλεια ήταν έξι ετών, οι Τούρκοι σκότωσαν τον πατέρα της Ηλία Υφαντίδη, έναν αδελφό της και τον γαμπρό της, μαζί με 70 άλλους χωριανούς. Την ίδια, μαζί με την μητέρα της Ελένη και τα τέσσερα αδέλφια της, τους πήραν εξορία. Καθ’ οδόν πέθανε ο ένας αδελφός της και μέσα στο πλήθος η μικρή Χαρίκλεια με την αδελφή της Ευγενία έχασαν την μητέρα τους με τον αδελφό τους. Έμειναν περίπου δύο χρόνια εξόριστοι στο Κουρδιστάν και η Χαρίκλεια για δύο μήνες μόνη της με μία Κούρδισσα. Κάποια μέρα την έστειλε στην βρύση να ποτίση ένα μοσχαράκι και εκεί συνάντησε την μητέρα της.

Ήρθαν στην Ελλάδα το έτος 1922 και η μητέρα της με τον αδελφό της Πέτρο εγκαταστάθηκαν στην Ζουρνοβίτσα Δράμας. Η Χαρίκλεια και οι αδελφές της Μυροφόρα και Ευγενία εγκαταστάθηκαν στο χωριό Πατρίδα Βεροίας.

Η Χαρίκλεια παντρεύτηκε σε ηλικία 17 ετών και απέκτησε 11 παιδιά. Δύο από τα παιδιά της έγιναν ιερείς.

Το 1953 σε ηλικία 40 ετών, την παραμονή της εορτής του αγίου Νικολάου, είδε στον ύπνο της τον άγιο Νικόλαο και της είπε να κάνη Παράκληση. Την προειδοποίησε ότι θα γίνει σεισμός, όπως και έγινε.

Η Χαρίκλεια δεν είπε τίποτε σε κανέναν και μετά από λίγον καιρό είδε πάλι τον άγιο Νικόλαο στο όνειρό της και της είπε να σκάψη σε ένα σημείο να βρη μία Εκκλησία θαμμένη. Της είπε να ζητήση βοήθεια και από τον Μητροπολίτη και τον Στρατηγό για να ενισχύσουν το έργο, ώστε να έρθουν και άλλοι να βοηθήσουν.

Η Χαρίκλεια που ήταν μία απλή, ήσυχη και αγράμματη γυναίκα, πάλι δεν είπε τίποτε σε κανέναν. Την ημέρα όμως της εορτής των Τριών Ιεραρχών είδε πάλι τον άγιο Νικόλαο, ο οποίος την μάλωσε και την τράνταξε. Τότε η Χαρίκλεια συμμορφώθηκε και από εκείνη την στιγμή ένιωθε σαν να πετούσε στον ουρανό, σαν να μην πατούσε στην γη και μόνο εσκέπτετο να πραγματοποιήση την εντολή του αγίου Νικολάου. Διηγήθηκε στην Εκκλησία για τις εμφανίσεις του αγίου Νικολάου και την εντολή του να σκάψη να βρη την Εκκλησία, αλλά ο Στρατηγός δεν την πίστεψε γι’ αυτό δεν έστειλε στρατιώτες να βοηθήσουν. Αρκετοί άλλοι επίσης δυσπιστούσαν.

Το 1954 η Χαρίκλεια ξεκίνησε μόνη της το σκάψιμο. Είπε στην κόρη της που ήταν επτά ετών να προσέχη τον μικρό αδελφό της που δεν περπατούσε. Πήρε τα δύο μικρά παιδιά της μαζί της τα έστρωσε από κάτω ένα στρώμα πάνω στο χώμα. Για αρκετή ώρα προσευχήθηκε κατ’ Ανατολάς λέγοντας στο τέλος: «Γενηθήτω το θέλημά Σου», και ύστερα πήρε τον κασμά και άρχισε να σκάβη. Βλέποντας την προσπάθειά της άρχισαν να έρχωνται και άλλοι άνθρωποι από το χωριό και την γύρω περιοχή Γιαννιτσά, Έδεσσα, με εργαλεία για να την βοηθήσουν.

Πολλοί άνθρωποι πίστευαν στα όσα έλεγε η Χαρίκλεια και την βοηθούσαν στο έργο της, ενώ αρκετοί πίστευαν ότι κάτι έχει πάθει, ότι έπαθαν τα μυαλά της. Άλλα αυτή σημασία δεν έδινε στις γνώμες του κόσμου.

Η Χαρίκλεια αποφασισμένη παράτησε το σπίτι και την οικογένεια της και αφιερώθηκε στο έργο που της ανάθεσε ο άγιος Νικόλαος. Έμεινε για τρεις μήνες σ’ ένα τσαρδάκι δίπλα στον τόπο που εγίνοντο οι ανασκαφές.

Όπως ήταν επόμενο, ο σύζυγός της επηρεάστηκε από τον κόσμο που τον παρώτρυνε να την μαλώση για να γυρίση σπίτι. Κάθε φορά όμως που πήγαινε με άγριες διαθέσεις να την παρη, ένιωθε μέσα του μια αλλαγή και δεν μπορούσε ούτε να την μαλώση ούτε να της πη τίποτε. Έτσι η Χαρίκλεια, έχοντας την βοήθεια του αγίου Νικολάου, συνέχισε το έργο της. Ο άγιος Νικόλαος της είχε πει στο όνειρο ότι σ’ αυτήν την αρχαία Εκκλησία –κατακόμβη-, κάποτε παλαιά σε ώρα θείας Λειτουργίας οι Τούρκοι σκότωσαν όλους τους Χριστιανούς.

Βρήκε η Χαρίκλεια, μετά από μερικούς μήνες που έσκαβε, κεριά, λιβάνι, κομμάτι από πετραχήλι, μάρμαρο σε σχήμα νεροχύτη, άλλο με σταυρό χαραχτό και ένα αστέρι ανάγλυφο. Επίσης η κυρία Τσαχαμίδου, από τα Λευκάδια Ναούσης μαζί με την αδελφή της Παρθένα Υφαντίδου, το 1954 στην ανασκαφή βρήκαν θυμιατό, μανουάλι και ένα Σταυρό. Τότε έκτισε ένα μικρό Εκκλησάκι 7χ3 μέτρα, το οποίο αργότερα κατεδαφίστηκε για να γίνη η Εκκλησία μεγαλύτερη, όπως είναι σήμερα.

Την ίδια περίοδο, που έσκαβε μαζί με άλλους Χριστιανούς, γύριζε στα κοντινά χωριά και έκανε έρανο. Συγκέντρωσε διάφορα είδη (σιτάρι, όσπρια, φρούτα), που πουλούσε και τα χρήματα τα διέθετε για την ανέγερση του ναού.

Στα χωριά που γύριζε για έρανο είχε λάβει πληροφορία από την Παναγία να πη σε κάποιον Μιχάλη τα χρήματα που πήρε από την Εκκλησία, ένα συγκεκριμένο ποσό, να τα επιστρέψη, γιατί αλλοιώς δεν θα δει προκοπή.

Για να την ενισχύση ο άγιος Νικόλαος της έδειχνε με πολλούς τρόπους την παρουσία του και την ευδοκία του για το έργο. Τρεις φορές ο χώρος που προσευχόταν καταλάμφθηκε από φως. Το είδαν και πολλές άλλες γυναίκες και άρχιζαν να λένε το «Κύριε ελέησον». Επίσης μια φορά τα καντήλια άναψαν μόνα τους. Κατά την διάρκεια των ανασκαφών ακούστηκαν κάποιες φορές καμπάνες και ψαλμωδίες. Η Χαρίκλεια είχε δει ζωντανά σαν αναπαράσταση την σφαγή των Χριστιανών από τους Τούρκους. Τέλος, ο άγιος Νικόλαος της είπε ότι θα βγει αγίασμα. Κανείς δεν το πίστευε, αλλά ανέβλυσε, πράγματι και όσοι ασθενείς έπιναν και επλένοντο, εθεραπεύοντο.

Έλεγε για τον χώρο που βρέθηκε η παλαιά Εκκλησία: «Εδώ είναι άγιος τόπος. Όποιος πατά εδώ παίρνει αγιασμό».

Μετά από τρεις μήνες άρχισε και πήγαινε να φροντίζη και το σπίτι της, αλλά και απ’ τον Άγιο Νικόλαο δεν έλειπε. Μαζί με την Εκκλησία, κτίστηκε και ξενώνας με κελλιά. Ο θαυματουργός άγιος Νικόλαος βοηθούσε τους πονεμένους και ασθενείς που κατέφευγαν στην χάρη του και εγίνοντο πολλά θαύματα. Η Χαρίκλεια ήταν εκεί στο προσκύνημα, παρηγορούσε τους ανθρώπους, τους συμβούλευε, τους έλεγε τι να κάνη ο καθένας με το πρόβλημά του, συγχρόνως υπηρετούσε στο ναό και άναβε τα καντήλια. Φρόντιζε να γίνωνται Λειτουργίες και η ίδια αγρυπνούσε τις νύχτες προσευχόμενη με τις λίγες προσευχές και τα τροπάρια που είχε μάθει απ’ έξω.

Συνεχίζεται…

«Ασκητές μέσα στον κόσμο – B΄», Άγιον Όρος, 2012