Home ΑΡΧΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ Δημήτριος και Εύα Σαουλίδου – Μέρος Α’

Δημήτριος και Εύα Σαουλίδου – Μέρος Α’

2177
Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου Κορυδαλλού
H Εύα Σαουλίδου με τα εγγόνια της

Μία ξυνωρίδα εκλεκτή, ένα ζεύγος ενάρετο ήταν ο Δημήτριος Σαουλίδης και η σύζυγός του Εύα, Πόντιοι στην καταγωγή, από την Τραπεζούντα.

Η Εύα, το γένος Λουκανίδου, γεννήθηκε στο Κάρς της Ρωσσίας το έτος 1900. Οι γονείς της ξερριζώθηκαν από τον Πόντο, γιατί δεν άντεχαν την τουρκική θηριωδία, και κατέφυγαν στο Καρς της Ρωσσίας μαζί με πολλούς άλλους συμπατριώτες τους. Μεγάλωσε σε μία πολύτεκνη οικογένεια με αρχές και παραδοσιακές και ευλάβεια στα θεία.

Όταν ήταν δώδεκα χρονών περίπου, φιλοξενήθηκε στο σπίτι τους ένας οδοιπόρος. Τόσο πολύ ευχαριστήθηκε στο σπίτι τους, που θέλησε να ανταποδώση κάτι για την φιλοξενία, μαθαίνοντας στην Εύα την Σολομωνική. Αυτή δεν ήξερε τι είναι Σολομωνική. Της είπε: «Εγώ ότι λέω γίνεται». Και έκανε διάφορες επιδείξεις. Έκανε και κάποια μικρά κοριτσάκια να κάνουν άσεμνες χειρονομίες και η Εύα του είπε: «Στάσου, είναι εντροπή».

Ύστερα έκανε μία κατσίκα δεμένη να τρελλαθή, να αγριέψη, να κόψη το σχοινί της και να έρθη ήσυχη σαν γάτα στα πόδια του. Η Εύα που είδε αυτά του είπε: «Τέτοια πράγματα δεν είναι καλά. Δεν τα θέλω». Και έτσι ο Θεός βλέποντας την αθωότητά της και την καλωσύνη της, την προφύλαξε από το να ασχοληθή με μαγείες.

Πέθανε η μητέρα της και η Εύα έκανε όλες τις δουλειές του σπιτιού. Ήταν δυνατή και θαρραλέα σαν άνδρας.

Όταν έγινε δεκατριών ετών, ήρθε στο σπίτι τους ένα νέος φτωχός, ο Δημήτρης Σαουλίδης. Ήταν καλός μάστορας. Όλη την ημέρα γύριζε τα αγροκτήματα, έκανε διάφορες επιδιορθώσεις και εργασίες και έτσι ζούσε. Κάθησε πολύν καιρό στο σπίτι τους. Ο πατέρας της Εύας εκτίμησε τον καλό χαρακτήρα, την τιμιότητά του και τον έκανε γαμπρό στην Εύα.

Όταν έγινε ο ρώσο-τουρκικός πόλεμος, η Εύα με τον πεθερό της και τα μωρά της Βέρα και Βασίλη ήταν στην Ρωσσία, και ο σύζυγός της Δημήτριος με την πεθερά της ήταν στην Τουρκία. Αρρώστησε τότε βαρειά ο πεθερός της και έμεινε κατάκοιτος. Αυτή τον περιποιείτο με πολλή αγάπη μέχρι που εκοιμήθη. Πήρε την ευχή του. «Εύα», της είπε πριν ξεψυχήση, «όπου πας και όπου σταθής να είσαι ευλογημένη».

Στην Ρωσσία σε μία από τις μετακινήσεις της καθώς περιπλανιόταν από μέρος σε μέρος, πέθανε το ένα βρέφος αβάπτιστο. Το έθαψε στα χιόνια και συνέχισε κλαίγοντας τον δρόμο της.

Έμελλε λόγω των περιστάσεων να αφήση το σπίτι της στο Καρς, να ξερριζωθή και να έρθη στην Ελλάδα. Διηγείτο στον εγγονό της Δημήτριο: «Τρεις φορές, παιδί μου, άφησα το σπίτι μου και έφυγα με την ψυχή μου, τις εικόνες και τα ρούχα που κουβαλούσα στα χέρια μου. Μας έβαλαν στο βαπόρι. Τότε πέθαιναν πολλοί και τα πτώματά τους τα έρριχναν στην θάλασσα. Με τις λίρες που είχα ραμμένες στην ζώνη μου αγόραζα ψωμί και τάϊζα τα μωρά. Ένα ψωμί μία λίρα έκανε. Ήρθαμε στην Ελλάδα. Μείναμε ένα διάστημα στις λάσπες, στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, και από κει καταλήξαμε στην Βέροια».

Επέτρεψε ο Θεός και έζησε δύσκολες και σκληρές καταστάσεις. Άντεξε όμως με την υπομονή και την πίστη στον Θεό. Αυτά ήταν προοίμια και προετοιμασία για τα πιο δύσκολα επερχόμενα που έμελλε να περάση.

Με τον σύζυγό της εγκαταστάθηκαν στην Βέροια και εργάσθηκαν σκληρά για να ζήσουν και να αναθρέψουν τα παιδιά τους. Μαζί με όλες τις δυσκολίες ήρθε αργότερα και ο θάνατος του Δημήτρη. Η ζωή της Εύας έγινε πολύ δύσκολη. Έμεινε χήρα με τέσσερα παιδιά σε ηλικία 38 ετών, αλλά πάλεψε και τα κατάφερε. Δεν θέλησε να ξαναπαντρευτή και αφιερώθηκε στα παιδιά της. Ήταν απλή και αγράμματη, αλλά αυθόρμητη και δυναμική. Η πίστη της στον Θεό και η εμπιστοσύνη στην Παναγία ήταν βαθειά και πηγαία. Στην Κατοχή πέθανε η κόρη της Ευμορφία. Έπαθε δηλητηρίαση από μπακιρένιο αγάνωτο σκεύος.

Κάποια χρονιά, παραμονές Χριστουγέννων, ο κόσμος κατέβαινε στον κάμπο και μάζευε όσα όσπρια από αραβόσιτο εύρισκε στα θερισμένα χωράφια. Ήταν χρόνια δύσκολα και παντού υπήρχε πείνα και δυστυχία. Η Εύα πήγε και αυτή να μαζέψη για να ταΐση τα πεινασμένα παιδάκια της. Το σούρουπο γύρισε με μισή οκά καλαμπόκι. Βράδιασε όταν έφτασε στην ανηφοριά της Βέροιας. Την έπιασε το παράπονο. Κοίταξε τον ουρανό και είπε στην Παναγία: «Είσαι και συ μητέρα. Για πες μου, τι θα ταΐσω τα παιδιά μου;». Κλαίγοντας συνέχισε το δρόμο της και βλέπει στα πόδια της ένα αρνί σφαγμένο δέκα με δώδεκα κιλά. Πριν από την Εύα πέρασαν πολλοί άνθρωποι, αλλά κανείς δεν το είδε. Φαίνεται πέρασε το κάρο της Νομαρχίας κα έπεσε το σφαγμένο αρνί. Αλλά το θαυμαστό είναι ότι κανείς άλλος δεν το είδε. Η Παναγία έτσι οικονόμησε για να παρηγορήση την θλιμμένη χήρα Εύα και να ταΐση τα ορφανά της.

Είχαν φέρει μαζί τους από τον Πόντο μία θαυματουργή εικόνα της Παναγίας. Κάποια μέρα θύμωσε κάποιος στο σπίτι και έκλεισε την εικόνα στο ντουλάπι. Στο σπίτι ήταν η κόρης Βέρα που ήταν μικρή, και η θεία της Δέσποινα. Άκουγε η Βέρα χτυπήματα, έβλεπε την ντουλάπα να κουνιέται και να πέφτουν πιάτα, και την φωνή της Παναγίας να λέη «άνοιξέ με». Η Βέρα από τον φόβο της έμεινε άλαλη. Όταν γύρισαν οι δικοί της και βρήκαν άλαλη την μικρή, δεν ήξεραν τι να κάνουν. Ο πατέρας Δημήτριος ρώτησε τον Δεσπότη και του είπε να κάνουν Παρακλήσεις για 40 ημέρες. Την τεσσαρακοστή ημέρα η Βέρα μίλησε.

Όταν ο γυιός της Γεώργιος σε ηλικία 50 χρονών έπαθε οξύ έμφραγμα και εισήχθη στο Νοσοκομείο, ενημερώθηκε η Εύα κατανοώντας την κρισιμότητα της καταστάσεως του γυιού της πήγε στην εικόνα της Παναγίας και με πόνο της είπε: «Αν δεν φέρης το παιδί μου υγιές, άλλη φορά δεν θα σε προσκυνήσω». Δύσκολη κουβέντα. Μίλησε η μητρική της πονεμένη καρδιά με απλότητα και η Παναγία την άκουσε. Ο γυιός της γύρισε υγιέστατος.

Άλλη φορά που αρρώστησε ο ίδιος από καρκίνο στον πνεύμονα, η Εύα προσευχήθηκε λέγοντας στην Παναγία: «Ότι ξέρεις, κάνε». Φαινόταν αλλοιωμένη. Ο γυιος της εγχειρίστηκε στο εξωτερικό, πήγε καλά η εγχείρηση, αλλά σε μία εβδομάδα πέθανε από πνευμονικό οίδημα στο άλλο πνευμόνι. Δεν είπε τίποτε. Υπέμεινε αγόγγυστα, όπως είχε μάθει να υπομένη. Αλλά από τότε δεν ήθελε να ζήση άλλο για να μη δη τον θάνατο και άλλων παιδιών της.

Συνεχίζεται…

«Ασκητές μέσα στον κόσμο – B΄», Άγιον Όρος, 2012