Home ΑΡΧΕΙΟ ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ Για το πρωτείο του πάπα – Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία

Για το πρωτείο του πάπα – Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία

880

Ιερός Ναός Αγίου Γεωργίου ΚορυδαλλούΣεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Γόρτυνος και Μεγαλοπόλεως Ιερεμία

Μου εζήτηθη να γράψω ολίγα λόγια για το «πρωτείο» του πάπα, για το ότι, δηλαδή, ο πάπας θέλει να άρχει όλων των Εκκλησιών. Το κάνω αυτό με το παρόν σύντομο και απλό άρθρο.

Αρχικά θα έλεγα ότι Χριστός και πρωτεία είναι άκρως αντίθετα. Όποιος πιστεύει τον Ιησού Χριστό και μάλιστα θέλει να Τον υπηρετήσει και να είναι αντιπρόσωπός Του, πρέπει να έχει το ίδιο φρόνημα με Αυτόν, φρόνημα ανιδιοτελείας και αυτοθυσίας. Γιατί ο Χριστός μας, αν και ήταν Θεός, όμως «εκένωσεω εαυτόν μορφήν δούλου λαβών, εν ομοιώματι ανθρώπων γενόμενος…Εταπείνωσεν εαυτόν γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου», και τι θανάτου; «Θανάτου δε σταυρού» (Φιλιπ. 2,6- 8)! Ο Ιησούς Χριστός πάλι είπε καθαρά στους μαθητές Του ότι «εκείνος που θέλει να είναι μεγάλος μεταξύ σας, να είναι υπηρέτης σας, και εκείνος που θέλει να είναι μεταξύ σας πρώτος («πρωτείο») θα είναι δούλος όλων»! Και το παράδειγμα αυτό μας το έδωσε ο Ίδιος ο Χριστός, ο Οποίος «ουκ ήλθε διακονηθήναι, αλλά διανονήσαι και δούναι την ψυχήν αυτού λύτρον αντί πολλών» (Μάρκ. 10,42-45)! Αλλά και άλλοτε ο Χριστός είπε καθαρά πάλι στους μαθητές Του: «Εάν κανείς θέλει να είναι πρώτος -ο πάπας θέλει να είναι πρώτος και ζητάει «πρωτείο»!- πρέπει να είναι ο τελευταίος όλων και υπηρέτης όλων» (Μάρκ. 9,35)!

Ύστερα από αυτούς τους λόγους του Ιησού Χριστού και το δικό Του μάλιστα ταπεινό και δουλικό παράδειγμα, είναι πραγματικά εντροπή για έναν ιερέα και αρχιερέα και αντιπρόσωπο του Χριστού να ζητάει «πρωτεία». Ναι, είναι εντροπή του!….Δεν είναι αντιπρόσωπος του Χριστού αυτός.

Θα γράψω τώρα απλά πάλι, πως «κατήντησε» ο πάπας και ζητάει «πρωτείο». Είναι γνωστόν, ότι με τους παπικούς πρώτα είμεθα ενωμένοι, αποτελούσαμε με αυτούς μία Εκκλησία. Και ήταν πολύ καλή τότε η Ρωμαϊκή Εκκλησία. Έδινε καλό παράδειγμα σε όλες τις Εκκλησίες· παράδειγμα ορθής πίστεως και καλών έργων, έργων αγάπης. Ο άγιος Ειρηναίος προβάλλει την τότε Εκκλησία της Ρώμης ως πρότυπο πίστεως και εμμονής στην παράδοση περισσότερο από όλες τις αποστολικές Εκκλησίες. Και ό άγιος Ιγνάτιος ο θεοφόρος καλεί την Εκκλησία αυτή «προκαθήμενη της αγάπης», «προκαθήμενη» σε χριστιανικά έργα. Έχουμε αγίους πάπες την εποχή αυτή, ο δε λαός, αλλά και οι ιερείς και όλοι, ελκύονται πολύ από την αγιότητα κα τρέχουν προς τον άγιο. Έτσι λοιπόν, την παλαιά αυτή εποχή κατέφευγαν όλοι στην Εκκλησία της Ρώμης, στους πάπες, και ζητούσαν συμβουλή και προστασία και διευθέτηση διαφόρων εκκλησιαστικών ζητημάτων (για την έριδα περί της εορτής του Πάσχα, για παράδειγμα). Όπως βλέπουμε, όλη η Εκκλησία απέδιδε στην αρχή «πρωτείο» στην Εκκλησία της Ρώμης, αλλά το πρωτείο αυτό ήταν πρωτείο τιμής και αληθείας και όχι πρωτείο εξουσίας. Μάλιστα και εκ πολιτικών λόγων, για το ότι δηλαδή πρόκειται για την Εκκλησία της παλαιάς Ρώμης, η Β’ Οικουμενική Σύνοδος (381 μ.Χ.) με τον 3ο Κανόνα της, έδωσε στην Εκκλησία αυτή την πρώτη θέση μεταξύ όλων των Εκκλησιών.

Εκείνο όμως που κάνει μεγάλη ζημιά, και ιδιαίτερα στον εκκλησιαστικό χώρο, είναι ο εγωϊσμός. Οι πάπες, λοιπόν, άρχισαν να υπερηφανεύονται για την τιμή των άλλων Εκκλησιών προς αυτούς, για το «πρωτείο» τιμής, όπως το είπαμε, που απελάμβαναν, και το ζητούσαν στην συνέχεια να τους γίνει «πρωτείο» εξουσίας και δυνάμεως και δικαιωμάτων. Εδώ έχουμε σειρά παπών (Στέφανος, Δάμασος, Ιννοκέντιος Α’, Βονιφάτιος Α’, Λέων Α΄, Κελεστίνος Α΄, κ.α.) οι οποίοι απαιτούν ο Επίσκοπος της Ρώμης να αναγνωρίζεται ως «κεφαλή» όλων των κατά τόπους Εκκλησιών και της καθόλου Εκκλησίας. Φθάνουν μάλιστα μέχρι το σημείο να πουν ότι όποιος δεν έχει κοινωνία με την Εκκλησία της Ρώμης είναι αιρετικός· και ότι η γνώμη και η κρίση του πάπα είναι απόλυτη και εκφράζει το θέλημα του Ιδίου του Ιησού Χριστού. Εδώ πάμε για το «αλάθητο» του πάπα!….

Τώρα αρχίζει και ο αγώνας των παπικών να κατοχυρώσουν και αγιογραφικώς το «πρωτείο» τους. Ας προσέξουμε: Πρώτα γεννήθηκε το παπικό πρωτείο ως επιθυμία δόξης και επιβουλής και μετά ζητήθηκαν στηρίγματα και μαρτυρίες τάχα από την Αγία Γραφή για την κατοχύρωσή του. Τώρα οι παπικοί ζητούν να αποδείξουν από την Αγία Γραφή ότι η Εκκλησία της Ρώμης ιδρύθηκε από τον απόστολο Πέτρο, ο οποίος γι’ αυτούς είναι η κορυφή όλων των Αποστόλων, και επί του οποίου ο Χριστός ίδρυσε την Εκκλησία. Άρα, αυτοί, οι διάδοχοι του Πέτρου έχουν εξουσία εφ’ όλης της Εκκλησίας. Τους αρμόζει δηλαδή το «πρωτείο». Αυτά όμως που θέλουν οι παπικοί δεν τους τα προσφέρει η Αγία Γραφή με την σωστή ομαλή ερμηνεία της. Παρά ταύτα όμως αυτοί εκβιάζουν το ιερό κείμενο, και το καταθλίβουν για να «αποδείξει» το «πρωτείο» τους. Σαφώς όμως λέγουμε ότι από την Καινή Διαθήκη δεν κατοχυρώνεται το «πρωτείο» του παπισμού.

Οι απαιτήσεις των παπών προχώρησαν στην συνέχεια με μεγαλύτερη εωσφορική ορμή. Ο πάπας θέλει να γίνει όχι μόνο η ανωτάτη εκκλησιαστική εξουσία, αλλά και η ανωτάτη εξουσία στον κόσμο. Ο πάπας Νικόλαος ο Α’ (858-867) θεωρεί τον εαυτό του ως την ύψιστη νομοθετική και δικαστική αρχή και ότι μόνος αυτός δικαιούται να εκδίδει κανόνες στην Εκκλησία. Ο δε πάπας Γρηγόριος ο Ζ’ (1073-1085) είπε το χειρότερο, ότι μόνο η Εκκλησία της Ρώμης ιδρύθηκε από τον Κύριο και ότι είναι αδύνατο να σωθεί κάποιος αν δεν υπακούει στον πάπα! Η κορύφωση δε της τρέλας του «πρωτείο» του παπισμού είναι η ανακήρυξη του «αλάθητου» στην 20η «οικουμενική» σύνοδό τους (!…) το 1870 από τον πάπα Πίο Θ’. Κατά την σύνοδο αυτή των παπικών υπήρξαν πολλές αντιδράσεις για το νέο αυτό «δόγμα» και πολλοί «επίσκοποι» τους είπαν στον πάπα ότι αυτό δεν φέρεται στην παράδοση της Εκκλησίας. Αλλά ο πάπας απήντησε: «Η παράδοση είμαι εγώ» (La traditio sono io)!…

Επειδή δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια χώρου στο περιοδικό μας αποκρούοντες με πολύ αποτροπιασμό το «πρωτείο» των παπικών αναφέρουμε τέλος τα παρακάτω δύο μόνο επιχειρήματα εναντίον του:

(α) Δογματικώς πιστεύουμε ότι ΜΙΑ είναι η Εκκλησία, αλλά η ΜΙΑ αυτή Εκκλησία εκφράζεται σε πολλές κατά τόπους Εκκλησίες. Οι τοπικές αυτές Εκκλησίες δεν μπορεί να επιβληθούν στην ΜΙΑ, την καθ’ όλου Εκκλησία, αλλά, αντίθετα, η καθ’ όλου (Καθολική) Εκκλησία επεμβαίνει και επιβάλλεται στις τοπικές Εκκλησίες. Αυτό είναι μία γενική εκκλησιολογική αρχή, η οποία τηρείται δια παντός στην Εκκλησία μας. Στη περίπτωση του πρωτείου των παπικών ανατρέπεται η χρυσή αυτή βάση της εκκλησιολογίας μας και μία τοπική Εκκλησία, η Εκκλησία της Ρώμης θέλει να άρχει όλων των Εκκλησιών, δηλαδή να επιβληθεί στην καθ’ όλου Εκκλησία!…

Το «πρωτείο» λοιπόν των Καθολικών προσβάλει την Ορθόδοξη Τριαδολογία και Εκκλησιολογία και κατασκευάζει μία στυγνή δικτατορία, στην οποία κυβερνά ο ρωμαίος ποντίφηκας, ο πάπας

(β) Το «πρωτείο» του πάπα έρχεται αντίθετα προς αυτήν την πίστη μας, την πίστη στον Θεό μας. Ο Θεός μας λέγεται «Αγία Τριάδα»: Πιστεύουμε τρία Πρόσωπα, τον Πατέρα, τον Υιό και το Άγιο Πνεύμα. Και τα τρία αυτά Πρόσωπα είναι ισότιμα. Τρία Πρόσωπα, αλλά μία θεία ουσία. Έτσι έχουμε Τριάδα στην Μονάδα και Μονάδα στην Τριάδα. Τα Τρία Πρόσωπα έχουν κοινωνία αγάπης μεταξύ τους και «περιχωρούν» το ένα το άλλο. Ο Πατέρας μέσα στον Υιό και το Άγιο Πνεύμα, το Άγιο Πνεύμα μέσα στον Πατέρα και τον Υιό κ.λ.π. Αυτό σημαίνει «περιχώρηση». Για την Αγία Τριάδα, τον Θεό μας, πιστεύουμε ότι ο Πατέρας είναι «πρώτος» έναντι του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Είναι «πρώτος» όχι κατά δύναμη ή την εξουσία, αλλά μόνο κατά την αιτία, γιατί από τον Πατέρα γεννάται ο Υιός και από τον Πατέρα πάλι εκπορεύεται το Άγιο Πνεύμα. Την «υποταγή» του ενός προσώπου στο άλλο την απέρριψε η Ορθόδοξη Εκκλησία ως αίρεση.

Η πίστη μας αυτή στην Αγία Τριάδα, η «Τριαδολογία», όπως λέγεται, ρυθμίζει και την «Εκκλησιολογία», την ζωή μας, δηλαδή, μέσα στην Εκκλησία. Όλοι μας στην Εκκλησία είμαστε ισότιμοι και απέναντι του Θεού και μεταξύ μας. Στην Εκκλησία δεν υπάρχει -δεν πρέπει να υπάρχει- υποταγή μερικών μελών σε άλλα, αλλά πρέπει να υπάρχει κοινωνία και περιχώρηση μεταξύ μας, με έργα αγάπης, γιατί έχουμε την ίδια πίστη. Και όσοι έχουμε εκκλησιαστική αξιώματα, όσοι, δηλαδή, είμαστε ιερείς, ή επίσκοποι, πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα αξιώματά μας στην Εκκλησία δεν είναι κυριαρχικά και υπεροπτικά, αλλά διακονικά και υπηρετικά για την σωτηρία των αδελφών μας χριστιανών.

Ο πάπας με το «πρωτείο», με το οποίο θέλει να κυριαρχεί και να εξουσιάζει όλων των Εκκλησιών, φέρνει άνω-κάτω αυτήν την ωραία εκκλησιολογία, που φτιάχνει μια τέλεια κοινωνία, βασιζόμενη στην αγαπητική σχέση των Προσώπων της Αγίας Τριάδος, του Θεού μας. Το «πρωτείο» λοιπόν των Καθολικών προσβάλει την Ορθόδοξη Τριαδολογία και Εκκλησιολογία και κατασκευάζει μία στυγνή δικτατορία, στην οποία κυβερνά ο ρωμαίος ποντίφηκας, ο πάπας.

Τέλος, θέλουμε να γράψουμε μία αλήθεια, η οποία παρακαλούμε να προσεχθεί, γιατί είναι πολύ σοβαρή: Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μας υπάρχει πρωτείο! Όχι όμως πρωτείο εξουσίας, αλλά «πρωτείο ΑΛΗΘΕΙΑΣ». Και βεβαίως η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, επειδή έχει -μόνη αυτή- την όλη αλήθεια δικαιούται αυτή και μόνο να έχει το «πρωτείον τιμής», διότι έχει το «πρωτείον αληθείας». Πέρα όμως από αυτήν την γενική έννοια περί της Ορθοδόξου Εκκλησίας μας, λέγουμε ότι και ένας απλός μοναχός στην Εκκλησία μας, αλλά άγιος, σαν τον άγιο Νικόδημο τον αγιορείτη για παράδειγμα, ή σαν τον άγιο Παΐσιο τον αγιορείτη πάλι, έχουν και αυτοί, σαν ιδιαίτερα πρόσωπα ο καθένας, έχουν «πρωτείο αληθείας». Αυτό το παρατηρούμε ήδη στον άγιο Ιγνάτιο τον Θεοφόρο και στον άγιο Διονύσιο, επίσκοπο Κορίνθου, έπειτα ή στον άγιο Ειρηναίο, επίσκοπο Λουγδούνου, ακόμη μετέπειτα. Στον άγιο Διονύσιο Κορίνθου το αίσθημα του πρωτείου της αληθείας, που έχει για τον εαυτό του, του δημιουργεί αίσθημα γενικής ευθύνης και τον κάνει όχι να συμβουλεύει απλώς, αλλά να «προστάττη» (βλ. Ευσεβίου Εκκλησιαστική ιστορ. Δ’ 23,6) να δεχθούν και να εφαρμόσουν οι παραλήπτες του τα παραγγελόμενα. Και σ’ αυτό (στην υπακοή στα λεγόμενά του) δεν εξαιρείται ούτε ο ισχυρός επίσκοπος της Ρώμης Σωτήρ, ο οποίος, ενώ διαφωνούσε αρχικά με τον Διονύσιο, υπεχώρησε έπειτα και συνεφώνησε με τις απόψεις του. Όποιος στην Εκκλησία μας επίσκοπος ή και απλός ιερεύς (σαν τον πατέρα Επιφάνιο Θεοδωρόπουλο) ή και λαϊκός (σαν τον Καθηγητή Παναγιώτη Τρεμπέλα), λόγω της αγιότητος και γνώσεως της θεολογίας, έχει –νοιώθει μέσα του αυτό το αίσθημα του «πρωτείου αληθείας», αυτός εκφράζει γνωσιώτερα και βαθύτερα και ζωηρότερα από όσο οι άλλοι επίσκοποι, ιερείς, λαϊκοί, την θεία αλήθεια σχετικά με τα προβλήματα που αφορούν την σωτηρία και την ζωή της Εκκλησίας. Αυτός όμως το αίσθημα του έχοντος το «πρωτείο αληθείας», που τον κάνει να «προστάττη», όπως είπαμε για τον άγιο Διονύσιο Κορίνθου, της Εκκλησίας, όχι μόνο δεν έχει καμμία σχέση με το «πρωτείο εξουσίας» του πάπα, αλλά «ουσιαστικά και το αναιρεί», όπως λέγει ωραία ο μακαριστός πατρολόγος Καθηγητής, μακαριστός μοναχός Γεράσιμος (Στυλιανός) Παπαδόπουλος (βλ. Πατρολογία του, τομ Α’. σ. 268. 269).

Από αυτό το αίσθημα του πρωτείου αληθείας κινήθηκε και ο άγιος Κλήμης ο Ρώμης να γράψει επιστολή προς την Εκκλησία της Κορίνθου συμβουλεύοντας για την ειρήνευση της, και όχι από το πρωτείο εξουσίας ως Ρώμης, όπως εσφαλμένως ισχυρίζονται καθολικοί συγγραφείς πατρολογικών εγχειριδίων.

Πηγή: Ενωμένη Ρωμηοσύνη