Πατήρ Λάζαρος Αμβροσιάδης – Μέρος Α’

Πατήρ Λάζαρος Αμβροσιάδης – Μέρος Α’

166
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

p.-Lazaros-AmbrosiadisΣε ηλικία 19 ετών νυμφεύθηκε την Σωτηρία και απέκτησαν τέσσερα παιδιά. Την Αναστασία, την Δέσποινα, την Ησαΐα και τον Μιχαήλ. Εχειροτονήθη ιερέας συντομα και εκτελούσε με πολύ ζήλο τα ιερατικά του καθήκοντα

Η πρεσβυτέρα του αρρώστησε και έμεινε κατάκοιτη τέσσερα χρόνια. Ο π. Λάζαρος έφερε γιατρό από την Κωνσταντινούπολη. Τον κράτησε ένα μήνα στο σπίτι του. Για να τον πλήρωση πούλησε όλη την περιουσία του, αλλά τελικά η πρεσβυτέρα εκοιμήθη. Ο π. Λάζαρος είχε ζήσει μαζί της ένδεκα χρόνια και όταν χήρεψε ήταν τριάντα ετών. Μετά από ενα χρόνο εκοιμήθη και ο γυιός του Μιχαήλ. Σε δύο χρόνια πάντρεψε την κόρη του Αναστασία. Πέθανε το πρώτο της παιδί και στο δεύτερο πέθανε η ίδια και το παιδί της. Ύστερα πάντρεψε την κόρη του Δέσποινα και σύντομα χήρεψε, διότι εκοιμήθη ο σύζυγος της από αιμορραγία.

Μαζί με τους συχνούς θανάτους σε πρόσωπα της οικογενείας του ο π. Λάζαρος είχε να αντιμετώπιση και την πείνα. Υπήρχε έλλειψη τροφίμων και ξήλωσαν τα παπλώματα, να πουλήσουν τα παπλωματο-σέντονα για να αγοράσουν κανένα κιλό καλαμπόκι να φάνε. Στον δρόμο, ενώ βάδιζε με την αδελφή του Ανατολή και με μία άλλη συγχωριανή του, την Χατζη-Κυριακή, τους συνάντησαν δύο άγριοι Τούρκοι. Τον π. Λάζαρο, τον έδειραν αλύπητα και ήθελαν να τον σφάξουν. Η αδελφή του με κλάματα τους παρακαλούσε να τον αφήσουν γιατί είχε ορφανά να θρέψη. Τους πήραν τα πράγματα και τους άφησαν να γυρίσουν στο χωριό.

Ο π. Λάζαρος για να ζήση τα ορφανά του εργαζόταν ως ξυλοκόπος στο χωριό Γούζαλαν. Η αμοιβή του ήταν μισή οκά καλαμπόκι την ημέρα. Αυτό ήταν το φαγητό τους. Έβραζε χόρτα, έβαζε μέσα λίγο αλεύρι καλαμποκίσιο με γάλα και έτρωγε με τα παιδιά του.

Ο π. Λάζαρος παρακίνησε τους συγχωριανούς του να κτίσουν Εκκλησία στο χωριό τους. Κουβαλούσαν πέτρες στην πλάτη από μακρυά, έκαναν καμίνι στο βουνό για να έχουν ασβέστη και έφεραν νερό κάνοντας ενός χιλιομέτρου αυλάκι. Όταν τελείωσε η Εκκλησία, την αφιέρωσαν στον άγιο Νικόλαο και ο π. Λάζαρος έφερε τρεις Αγιογράφους από την Τσιανικία για να αγιογραφήσουν το Ναό. Όσον καιρό αγιογραφούσαν τους φιλοξενούσε στο σπίτι του, τους τάιζε και τους πλήρωνε τον κόπο τους.

Για ένα διάστημα καταδίωκαν τους ιερείς οι Τούρκοι και δεν τους άφηναν να λειτουργούν. Ο π. Λάζαρος καλούσε τους Χριστιανούς του χωριού κρυφά στο δάσος και έκαναν την θεία Λειτουργία χωρίς να γίνωνται αντιληπτοί από τους Τούρκους. Εκεί στο δάσος έκτισαν ενα υποτυπώδες εκκλησάκι του προφήτου Ηλιού. Ως Αγία Τράπεζα ο π. Λάζαρος έβαλε μία μεγάλη πλάκα.

Κάποτε του ζήτησαν οι Τούρκοι τα σκεύη της Εκκλησίας και δεν τα έδωσε. Τον χτύπησαν και τον τυράννησαν. Ύστερα τα πήρε με τον γαμπρό του και πήγαν μακρυά να τα θάψουν. Από το πρωί ως το μεσημέρι βάδιζαν.

Ο π. Λάζαρος δεν σταμάτησε ποτέ να λειτουργή. Είτε κρυφά στον προφήτη Ηλία είτε φανερά στον Άγιον Νικόλαο μετέδιδε τα Μυστήρια στο ποίμνιο του.

Κάποιοι Τούρκοι πήγαν στον π. Λάζαρο και του είπαν ότι έχουν πληροφορία πως ορισμένοι Χριστιανοί έχουν όπλα. Τον χτυπούσαν αλύπητα για να μαρτυρήση ποιοί έχουν όπλα. Του έλεγαν να του κάνουν περιτομή, να αλλάξη την πίστη του για να γίνη Μουσουλμάνος, και αυτός τους απαντούσε: «Ό,τι και να με κάνετε, Τούρκος δεν γίνομαι. Χριστιανός γεννήθηκα, Χριστιανός θα πεθάνω». Τότε του χάραξαν με το μαχαίρι τα πόδια του, έρριξαν αλάτι στις πληγές και τα έβαλαν στην φωτιά. Τοποθέτησαν την πυροστιά στην φωτιά και, όπως ήταν πυρωμένη, την έβαλαν στο κεφάλι του αλλά εκείνος, δεν έβγαλε μιλιά ούτε γόγγυξε. Ύστερα του καλλίγωσαν τα πόδια. (Κάρφωσαν πέταλα στα πόδια του). Μετά από τόσα βασανιστήρια αποφάσισαν να τον σκοτώσουν. Τότε οι Χριστιανοί μάζεψαν χρήματα, τους τα πήγε η αδελφή του Ανατολή και τον άφησαν ελεύθερο. Όμως από τα βασανιστήρια δεν μπορούσε να περπατήση, γι’ αυτό πήγε ο αδελφός του π. Γεώργιος και τον έφερε στην πλάτη στο σπίτι του. Εκεί με πρακτικά μέσα τυλίγοντας τα πληγωμένα πόδια του στο δέρμα μιας προβατίνας, σιγά-σιγά συνήλθε.

Επειδή τότε υπήρχε μεγάλη αναταραχή, όλο το χωριό κατέβηκε στην Κερασούντα. Εκεί οι Τούρκοι σκότωσαν τρεις ιερείς και στον τόπο της εκτελέσεως τη νύχτα εφαίνοντο τρεις λαμπάδες αναμμένες. Βλέποντας την δύσκολη κατάσταση ο π. Λάζαρος απεφάσισε να φύγη για την Ελλάδα αφού βέβαια κατώρθωσε να βγάλη διαβατήρια. Ο αδελφός του π. Λαζάρου, ο παπα-Γιώργης, είχε φιλία με εναν Τούρκο ονόματι Ελήμ Χότζια. Από το χωριό τους Πασλάχ μέχρι την Κερασούντα τους συνώδεψε ο Ελήμ Χότζιας με οπλισμένους δικούς του ανθρώπους. Στην Κερασούντα φόρτωσαν σε καράβι τα πρόβατα και τα μουλάρια για την Κωνσταντινούπολη και τον π. Λάζαρο τον έντυσαν σαν βοσκό με κάπα.

Από την Πόλη έφθασε στην Ελλάδα και έμεινε ενα χρόνο στην Ήπειρο σ’ ένα Μοναστήρι. Όταν ήρθαν σ’ ενα χρόνο τα παιδιά του και τ’ αδέλφια του το έτος 1923 τους συνάντησε στην Ζάκυνθο. Όλοι μαζί πήγαν στην Δράμα στο χωριό Ποσιονόζ (σήμερα Καλαμών), όπου έμειναν πέντε χρόνια. Εκεί ο π. Λάζαρος έκτισε με την βοήθεια του κόσμου Εκκλησία, όπου και λειτουργούσε.

Αργότερα με την κόρη του Δέσποινα και τον σύζυγο της, μαζί με 16 οικογένειες προσφύγων, μετακόμισαν στο χωριό Εξοχή Κατερίνης, που τότε ωνομάζετο Καλύβια Χαράδρας. Η άλλη κόρη του Ησαΐα έμεινε με την οικογένεια της στην Δράμα.

Στο καινούργιο χωριό δεν βρήκαν Εκκλησία. Είπε σε όλους να βοηθήσουν με προσωπική εργασία να κτίσουν ναό για να μπορέσουν να λειτουργήσουν τα Χριστούγεννα. Κουβαλούσαν από το ποτάμι τις πέτρες στον ώμο. Ο παπα-Λάζαρος βρήκε μία μεγάλη πλάκα ενός τετραγωνικού μέτρου επιφάνεια και πάχους δέκα εκατοστών που την μετέφεραν και την τοποθέτησαν ως Αγία Τράπεζα.

Την εποχή που κτιζόταν η Εκκλησία πέθανε ο γαμπρός του, ο σύζυγος της Ησαΐας, στην Δράμα. Την πήρε μαζί του με τον γυιό της Αναστάσιο, την βοηθούσε και όταν ξανάκανε δική της οικογένεια με πολλά παιδιά, το παιδί της, τον Αναστάσιο, από τον προηγούμενο γάμο το ανέλαβε ο π. Λάζαρος. Του έκτισε σπίτι, το πάντρεψε και ήταν γι’ αυτόν και την σύζυγο του πραγματικός πατέρας. Ο ίδιος φρόντιζε τα παιδιά του Αναστάση, όταν εκείνος με την σύζυγο του Θεοδώρα εδούλευαν στα χωράφια.

Ο πονόψυχος π. Λάζαρος στα χωράφια που ειργάζετο, βρήκε ενα παιδί πέντε ετών εγκαταλελειμμένο και το πήρε σπίτι του για ένα-δύο χρόνια, μέχρι που κάποιος το υιοθέτησε.

Ο παπα-Λάζαρος ακόμη και τον χειμώνα κοιμόταν έξω από το σπίτι, στην αράνη, αποθήκη σκεπασμένη με λαμαρίνες που για χωρίσματα αντί για τοίχους είχε καλαμποκιές. Πως άντεχε το κρύο και δεν αρρώσταινε; Από την αράνη με τα τσαρούχια πήγαινε στην Εκκλησία για να λειτουργήση, μέσα στα χιόνια και στις βροχές και εκεί πάλι στο ναό χωρίς θέρμανση. Και έκανε τότε βαρείς χειμώνες. Το χιόνι έφτανε το μισό μέτρο και τα κρύσταλλα εκρέμοντο από την σκεπή.

Τελείωνε την Λειτουργία και άρχιζε ο αγώνας στο σπίτι με τις δουλειές. Μαγείρευε, ζύμωνε έψηνε ψωμί και έπλενε τα ρούχα τους με σταχτόνερο (αλυσίβα). Πήγαινε το ψωμί στο χωράφι και βοηθούσε ο ίδιος ανοίγοντας με τον κασμά χωράφια, φυτεύοντας αμπέλια και οπωροφόρα δένδρα και μεγαλώνοντας έτσι τα μικρά εγγόνια του.

Ο ίδιος ζύμωνε τα πρόσφορα που λειτουργούσε και τα έψηνε στην γάστρα με πολλή τέχνη και πείρα. Συμβούλευε τις γυναίκες, τις πετσέτες που τυλίγουν το πρόσφορο να μην τις πλένουν στην σκάφη με τα υπόλοιπα ρούχα, αλλά στο ταψί ή στην κατσαρόλα.

Ήταν ευκίνητος και ταχύτατος στις εργασίες που έκανε. Τα προλάβαινε όλα και τα έκανε πολύ καλά. Ποτέ δεν ήταν χωρίς φροντίδες. Διηγούνται γυναίκες από την Εξοχή: «Εμείς με ενα σπίτι και κουραζόμασταν. Ο π. Λάζαρος με δύο σπίτια και την Εκκλησία, πως τα προλάβαινε όλα μόνος του και μεγάλωσε τόσα εγγόνια;».

Όταν ερχόταν επισκέπτης στο σπίτι, ο ίδιος σηκωνόταν, τον κερνούσε και του έψηνε καφέ, αν και παρευρίσκοντο τα παιδιά του και τα εγγόνια του. Ήταν τόσο ταπεινός, που υπηρετούσε τους πάντες και δεν εδέχετο ούτε ενα ποτήρι νερό από τους άλλους.

Όταν πήγαινε κάποιος να του ζητήση ενα εργαλείο, αμέσως έτρεχε να τον εξυπηρέτηση, χωρίς καθόλου να τον καθυστέρηση. Αλλά οι περισσότεροι στο χωριό δεν κατανοούσαν την πνευματική του αξία, τον θεωρούσαν εναν απλό παπαδάκο, όχι σπουδαίο άνθρωπο.

Συνεχίζεται…

Πηγή: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β΄,έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», σ.30-46,  Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, 2012

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ