Πατήρ Λάζαρος Αμβροσιάδης – Μέρος B’

Πατήρ Λάζαρος Αμβροσιάδης – Μέρος B’

144
ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ

p.-Lazaros-AmbrosiadisΗ εγγονή του Αρετή Αμβροσιάδου θυμάται: «Οι γονείς μας πήγαιναν στο χωράφι και έκανε αυτός όλες τις δουλειές του σπιτιού. Έπλενε, ζύμωνε, μαγείρευε, έφερνε νερό με την στάμνα από την βρύση της ρεματιάς. Πρόσεχε και μας πέντε παιδιά που ήμασταν μικρά. Όσο ήμουν μικρή με έπαιρνε μαζί του στον Εσπερινό να κρατώ το κερί στην Είσοδο, έξω από το ιερό. Μέσα δεν με έβαλε ποτέ. Είχε γλυκεία φωνή και έψαλλε ωραία. Με την σκαπάνη του άνοιγε χωράφια και έβγαζε κούτσουρα. Μας ήταν τόσο αγαπητός. Δεν τον φωνάζαμε παππού, αλλά όλα τα παιδιά του και τα εγγόνια του τον ξεχωρίζαμε και τον προσφωνούσαμε «ο καλός πατέρας»».

Ήταν ιερέας, αλλά και μάννα για όλους. Η κούραση της ημέρας ήταν μεγάλη. Μία φορά έτρωγε την ημέρα, και κοιμόταν λίγες ώρες.

Ο π. Λάζαρος ήταν ευλαβής και πολύ συνεπής στα ιερατικά του καθήκοντα. Ήταν μικρόσωμος, αδύνατος, ολιγομίλητος, χωρίς κάτι το εντυπωσιακό. Το ύφος του ήταν σεμνό και σοβαρό. Είχε όμως μία χάρη που σε είλκυε. Ήθελες να είσαι κοντά του, να τον ακούς. Όλη του η ζωή ήταν μία θυσία, γεμάτη θλίψεις, φτώχεια, συχνούς θανάτους συγγενών του. Όμως ποτέ δεν γόγγυσε. Από τους φτωχούς ενορίτες του δεν ζητούσε ποτέ αμοιβή για τα Μυστήρια που τελούσε. Τότε υπήρχε συμφωνία, τον ιερέα να τον συντηρή το χωριό. Η κάθε οικογένεια έπρεπε να του δίνη 12 οκάδες σιτάρι τον χρόνο. Οι περισσότεροι δεν του έδιναν ή, αν του έδιναν λίγο την μία χρονιά, την άλλη δεν του έδιναν τίποτε. Ουτε ποτέ ζήτησε ούτε παραπονέθηκε, αλλά παντού έτρεχε με χαρά να εξυπηρέτηση τις ανάγκες των ενοριτών του. Ήταν ποιμένας καλός και όχι μισθωτός. Αυτό το αναγνώριζαν όλοι.

Δεν έπαιρνε τίποτε από κηδείες και γάμους. Και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς με πείνα, πολέμους, και μεγάλη φτώχεια. Με το μπαγκράτσι στο χέρι μέσα στις λάσπες με τα τσαρούχια, γύριζε να αγιάση όλα τα σπίτια του χωρίου κάθε πρώτη του μηνός. Δεν έκανε εξαιρέσεις, πήγαινε παντού. Άλλοι του έρριχναν μία δεκάρα και άλλοι κουμπιά, αλλά ο π. Λάζαρος δεν έδινε σημασία τι του έδιναν, ουτε βαρυγγομούσε.

Ήταν πολύ αυστηρός σε θέματα τάξεως. Στα Μυστήρια δεν επέτρεπε οχλαγωγία. Γυναίκες βαμμένες και με κοντό μανίκι δεν τις επέτρεπε να έρχωνται στην Εκκλησία.

Στην Κατοχή σε κάποιους γάμους που ετέλεσε, οι φτωχοί άνθρωποι δεν είχαν χρήματα να αγοράσουν στέφανα. Τότε έκοβε δύο κληματόβεργες, τις έκανε σαν στέφανα και μ’ αυτές στεφάνωσε το ανδρόγυνο. Τί χαριτωμένη απλότητα! «Αν είχαν και από ένα τσαμπί σταφύλι, θα ήταν καλύτερα», έλεγε.

Σε καφενείο δεν σύχναζε. Πήγαινε στα σπίτια και συζητούσε με τους γέρους κυρίως, αλλά και με νέους. Δεν του άρεσε η πολυκοσμία. Ήταν ειρηνικός και φιλήσυχος άνθρωπος. Όταν κάποιοι μάλωναν και παρεξηγούντο, ο π. Λάζαρος πήγαινε και τους συμφιλίωνε.

Έκανε μεγάλες νηστείες. Την Σαρακοστή έτρωγε αλάδωτο μόνο μία φορά την ημέρα. Έλεγε στη νύφη του, γυναίκα του εγγονού του Αναστάση, να μην μαγειρεύη την Κυριακή, γιατί είναι αναστάσιμη ημέρα. Δεν έτρωγε φαγητό μαγειρεμένο την Κυριακή και απείχε από την κρεοφαγία.

Έλεγε στα μικρά του εγγόνια που έπαιζαν και γελούσαν να μή γελάν πολύ. Το πολύ γέλιο είναι του Σατανά. Τα συμβούλευε να προσεύχωνται. Είχε κάνει από ενα σκαμνάκι μικρό ξεχωριστά στο καθένα και, όταν αυτός προσευχόταν, τα εγγονάκια του εκάθοντο μπροστά του. Όταν ήθελε, άφηνε τους συγγενείς του και πήγαινε στο διπλανό δωμάτιο. Εκεί έκανε προσευχή επί ώρες.

Τον Κωνσταντίνο Σαργιανίδη τον προέτρεψε να μάθη ψαλτικά, και τον πλήρωνε από την τσέπη του, ενώ αυτός ο ίδιος δεν επληρώνετο, και έτσι έγινε ψάλτης. Στα σπίτια, όταν τους καλούσαν μετά από βαπτίσεις για φαγητό, δεν του επέτρεπε να τραγουδά, αλλά μόνο να ψάλλη τροπάρια.

Το μόνο παράπονο των ενοριτών του ήταν που δεν έδινε στις βαπτίσεις το όνομα που ήθελαν οι γονείς αλλά αυτό που ήθελε ο ίδιος. Ρωτούσε ποιό όνομα θα δώσουν στο παιδί και όταν του έλεγαν Γκόλφω, Αυγούλα, Ζαχαρούλα και άλλα τέτοια παρόμοια, έλεγε.

«Τί όνομα είναι αυτό; και έλεγε άλλο όνομα. Συνήθως έλεγε: «Το παιδί βαπτίζεται με το όνομά του», και έδινε το όνομα του Αγίου της ημέρας. Δεν υποχωρούσε ο παπα-Λάζαρος και ας παρεξηγούντο μερικοί. Άλλοι πήγαιναν και βάπτιζαν τα παιδιά τους στο γειτονικό χωριό Τρίλοφο, εξ αιτίας της επιμονής του παπα-Λάζαρου να δίνη δικά του ονόματα. Είχε τον πνευματικό του σκοπό ο καλός ιερέας, αλλά οι απλοί εκείνοι άνθρωποι δεν τον καταλάβαιναν.

Όλοι τους όμως παρεδέχοντο ότι ήταν άξιος και ακατάκριτος ιερέας. «Ό,τι έλεγε, εγίνετο. Ήταν ευλογημένο το στόμα του και η ευχή του έκανε θαύματα».

Όταν ήταν εφημέριος στο χωριό Καλαμών της Δράμας, ψοφούσαν τα ζώα. Ο π. Λάζαρος παρήγγειλε να μην ανάψουν φωτιά για να μαγειρέψουν, να μην φάη κανείς, ούτε τα παιδιά να ταΐσουν μέχρι το μεσημέρι και υστέρα να κάνουν Παράκληση. Διάβασε και ευχές και έκτοτε σταμάτησε το κακό.

Κάποια γυναίκα άνοιγε πέτουρα για να κάνη πίττα και ξαφνικά φύσηξε δυνατός άνεμος και άνοιξε την πόρτα. Τότε το παιδάκι της άρχισε να κλαίη, έβγαζε αφρούς από το στόμα και φώναξε ότι κάποιοι θέλουν να το πνίξουν. Το πήγε αμέσως στον π. Λάζαρο. Εκείνος το σταύρωσε, το διάβασε και το παιδί αμέσως συνήλθε και χαμογελούσε.

Ο π. Λάζαρος είχε μία αγελάδα για να πίνουν γάλα τα παιδιά και τα εγγόνια του. Ήταν στα χρόνια της Κατοχής και ενα βράδυ που έφερε ο αγελαδάρης τα ζώα, η αγελάδα του π. Λαζάρου έλειπε. Πήγε να την βρή ρωτώντας τους ανθρώπους μή τυχόν την είδαν. Κάποιος του είπε: «Πάτερ, άδικα κάνεις κόπο και ψάχνεις. Την αγελάδα σου την έσφαξαν». Τότε πικράθηκε πολύ. Κάποιος κομμουνιστής που τον κατέτρεχε συνέχεια, όχι μόνο έσφαξε την αγελάδα, αλλά πήγε και στα μελίσσια του π. Λαζάρου, αναποδογύρισε τις κυψέλες, πήρε τις κηρύθρες και προξένησε ζημιά στον φτωχό π. Λάζαρο. Τα έμαθε αλλά δεν διαμαρτυρήθηκε ουτε ζήτησε αποζημίωση ούτε τον πήγε σε δικαστήρια. Τί συνέβη όμως; Πέρασαν τα χρόνια, ήρθε η ώρα να φύγη ο άδικος άνθρωπος για την άλλη ζωή και δεν έβγαινε η ψυχή του. Μούγκριζε σαν αγελάδα και τότε μία συγγενής του παρεκάλεσε τον π. Λάζαρο να πάνε μαζί να του διάβαση συγχωρητική ευχή. Αμέσως χωρίς δεύτερη κουβέντα ακολούθησε ο παπα-Λάζαρος. Βρήκαν τον άνθρωπο σε ελεεινή κατάσταση. Με τα χέρια του προσπαθούσε να φυλαχθή λες και έδιωχνε μύγες. Απορημένη, ρώτησε τον παπα-Λάζαρο, ο οποίος της είπε: «Διώχνει τα μελίσσια, να μην τον τσιμπήσουν». Μόλις του διάβασε ευχή και βγήκε από την πόρτα, ξεψύχησε ο ετοιμοθάνατος.

Συνεχίζεται…

Πηγή: Ασκητές μέσα στον κόσμο, τόμος Β΄,έκδοση Ιερού Ησυχαστηρίου «Άγιος Ιωάννης ο Πρόδρομος», σ.30-46, Μεταμόρφωσης Χαλκιδικής, 2012

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ