Home ΑΡΧΕΙΟ ΠΟΙΜΑΝΤΟΡΙΚΕΣ ΕΓΚΥΚΛΙΟΙ Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος ἐπί τῇ μνήμῃ τῶν Μικρασιατῶν Ἱερομαρτύρων καί Ἐθνομαρτύρων

Ποιμαντορική Ἐγκύκλιος ἐπί τῇ μνήμῃ τῶν Μικρασιατῶν Ἱερομαρτύρων καί Ἐθνομαρτύρων

46
Εγκύκλιος επι τη ιερά μνήμη των Αγίων Νεομαρτύρων της Μικρασιατικής Τραγωδίας
Εγκύκλιος επι τη ιερά μνήμη των Αγίων Νεομαρτύρων της Μικρασιατικής Τραγωδίας

Ἀγαπητοί µου Πατέρες καί ἀδελφοί,

Οἱ ἀείμνηστοι πατέρες καί οἱ µητέρες µας τῆς Μ. Ἀσίας καί τοῦ Πόντου εἶχαν τό προνόµιο νά ζοῦν σέ ἕνα εὐλογηµένο τόπο. Ἕνα τόπο, ἡλιόλουστο καί φωτεινό ὅπου µεγαλούργησε τό ἀρχαῖο πνεῦµα, στή φιλοσοφία, στήν ἀστρονοµία, στά µαθηµατικά καί σέ ὅλους τούς τοµεῖς τοῦ πνεύµατος. Στόν ἴδιο τόπο κηρύχτηκε ἐνωρίς τό Εὐαγγέλιο καί δηµιουργήθηκαν οἱ πρῶτες Ἐκκλησίες. Στήν Καππαδοκία ἀναδείχτηκαν οἱ µεγάλοι Πατέρες καί Ἱεράρχες, οἱ ὁποῖοι κατέκτησαν ὅλη τήν ἀνθρώπινη γνώση καί τήν ἐναρµόνισαν µέ τό εὐαγγελικό πνεῦµα, δηµιουργώντας τόν µοναδικό στήν ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας Ἑλληνοχριστιανικό Πολιτισµό. Εἶναι ὁ Μέγας Βασίλειος, ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος, ὁ Χρυσόστοµος Ἰωάννης καί τόσοι ἄλλοι ἀστέρες, πού φώτισαν τόν κόσµο καί συνεχίζουν πάντοτε νά ἀκτινοβολοῦν καί νά µᾶς διδάσκουν µέ τόν λόγο τους καί τή ζωή τους.

Καί στίς ἀρχές τοῦ 20οῦ αἰώνα οἱ πατέρες µας ζοῦσαν ἤρεµα, καλλιεργώντας τά χωράφια τους, ἐνῶ οἱ γιαγιάδες ζύµωναν τό ψωµί τους µέ τόν τίµιο ἱδρῶτα τους. Τό λιγοστό λάδι τους τό µοιράζονταν µέ τά καντήλια τῶν Ἐκκλησιῶν τους. Αὐτή τήν εἰρηνική ζωή τους, ζήλεψαν ἄλλοι. Ἐκεῖνοι πού κρατοῦσαν ἄδικα τά Δωδεκάνησα, καί ἐννοοῦσαν πώς ἡ περαιτέρω παραµονή τῶν Ἑλλήνων στά Μικρασιατικά παράλια θά τούς δυσκόλευε. Καί ἐκεῖνοι τοῦ Βορρᾶ πού ἐκπαίδευαν τούς Τούρκους στρατιῶτες, συµβούλευαν πώς οἱ Ἕλληνες τῶν παραλίων θά ἦταν διαρκές πρόβληµα. Οἱ ἔµποροι τῶν Ἐθνῶν τῆς Ἑσπερίας γνώριζαν πώς οἱ Ἕλληνες, µέ τήν εὐφυΐα καί τήν ἐργατικότητά τους, θά ἦσαν πρόσκοµµα στά σχέδιά τους.

Ὅλοι αὐτοί οἱ ἰδιοτελεῖς καραδοκοῦσαν περιµένοντας τό δικό µας λάθος. Καί ἐπιδείξαµε ἀφροσύνη, µεγαλύτερη ἀπό ἐκείνη πού περίµεναν. Τούς λέγαµε πώς προστατεύουµε ἀδελφούς, γύρω ἀπό τή Σµύρνη καί κάποτε βρεθήκαµε νά βαδίζουµε πρός τήν Ἄγκυρα. Τέτοια πρωτοβουλία ἀφροσύνης δύσκολα ἐξηγεῖται. Οἱ ἐλάχιστοι φίλοι µας ἔτριβαν τά µάτια τους καί οἱ πολλοί ἐχθροί µας ἔτριβαν τά χέρια τους. Τά ὅσα ἀκολούθησαν ἦταν ἀσφαλῶς ἀναµενόµενα. Θύµατα οἱ φιλήσυχοι  Ἕλληνες τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τοῦ Πόντου. Εἶναι ἐκεῖνοι πού ἔβαψαν µέ τό αἷµα τους τά χώµατα πού πότιζαν ὡς τότε µέ τόν ἱδρῶτα τους. Ἐπικεφαλῆς τῶν Μαρτύρων ὁ Ἱερός Κλῆρος, οἱ Ἱεράρχες καί οἱ Ἱερεῖς πού ἔδωσαν τήν ζωή τους ὑπέρ τοῦ λαοῦ τους. Κορυφαῖος ὅλων ὁ Χρυσόστοµος Σµύρνης, ὁ πιστός διάδοχος ἁγίων Ἐπισκόπων, τοῦ Βουκόλου, τοῦ Πολυκάρπου καί τόσων ἄλλων ἁγίων τῆς Ἐκκλησίας µας. Ἀποτελεῖ ἔκτοτε σηµεῖο ἀναφορᾶς ἡ µεγάλη θυσία του. Ψάλλει εὐλαβικά ἡ Ἁγία µας Ἐκκλησία, µέ τούς δακρυσµένους πιστούς: «Μέγαν µάρτυρα ἡ Ἐκκλησία, µέγαν ἥρωα τὸ ἔθνος σύµπαν, τὸν τῆς Σµύρνης ὑµνοῦµεν Χρυσόστοµον. Καὶ γὰρ γενναίως ἀθλήσας ὑπέµεινεν ὑπὲρ πατρίδος καὶ πίστεως θάνατον. Ἱεράρχου τε ὑπόδειγµα ἑαυτὸν ἀνέδειξε, τὸν στέφανον λαβὼν τὸν ἀµαράντινον».

Μαρτύρησαν καί ἄλλοι ἅγιοι Ἱεράρχες, ὅπως ὁ Γρηγόριος Κυδωνιῶν, ὁ Ἀµβρόσιος Μοσχονησίων, ὁ Προκόπιος Ἰκονίου, ὁ Εὐθύµιος Ζήλων καί τέσσερις ἑκατοντάδες Ἱερέων καί ἀκόµη χιλιάδες λαοῦ. Τό μαρτύριό τους ἐξιστορεῖ ἡ ἀείμνηστη μικρασιάτισσα Διδῶ Σωτηρίου στό ἔργο της «Ματωμένα Χώματα»: «Ἦρθαν οἱ καιροί, πού οἱ ζωντανοί ζήλευαν τούς πεθαμένους. Γέμισε τό νεκροταφεῖο ἀπό γυναικόπαιδα. Ἔσυραν ὡς ἐκεῖ μανάδες, ξεφρενιασμένες ἀπό τόν τρόμο, τά κορίτσια τους. Πίστεψαν ὅτι θά δίσταζε ὁ Τοῦρκος. Μά οὔτε ἐδῶ σταματοῦσε ἡ κτηνωδία. Κι ὁ τόπος τῆς αἰωνίας γαλήνης, τό λιμάνι, πού δέν τό φθάνει ἡ ἐγκόσμια τρικυμία, ὁ τόπος, πού στή θύρα του σταματοῦν ὅλα, γιά τούς δυστυχισμένους σήμερα ἔγινε καινούργιας ἀγωνίας σταθμός. Σβυστά τά καντήλια τῶν τάφων. Τά κυπαρίσσια σάν μαῦρες λαμπάδες ὑψώνονται δεητικά στόν οὐρανό, πού ξάστερος κι ὁλόλαμπρος σκεπάζει τό μέγα δράμα. Νεκροί και ζωντανοί μαζί…».

Ἀδελφοί µου ἀγαπητοί,

Οἱ ἀδελφοί µας πού ἐπέζησαν ἀπό τήν τραγωδία, ἦλθαν ἐδῶ καί µᾶς ἔφεραν ἀρχές, ἀξίες καί ἦθος µοναδικό. Ἔφεραν τίς ἱερές εἰκόνες τους καί τίς παραδόσεις τους. Ξεκίνησαν ἀπό τό µηδέν. Ἔρριξαν στά χαµόσπιτά τους πρόχειρα στρωσίδια, ἴσα-ἴσα γιά τίς γονυκλισίες τους. Τό δάκρυ τους συµπλήρωνε τό λιγοστό λαδάκι τοῦ καντηλιοῦ· λουλούδιασαν οἱ γειτονιές µέ τά βασιλικά τους, ἐνῶ γιά γλάστρες εἶχαν κονσερβοκούτια, καί στόλισαν τά παράθυρα µέ τά κεντήµατά τους καί ὁ ἀσβέστης στίς αὐλές καί στούς δρόµους ἔδωσε ὀµορφιά καί ὑγεία. Ἀκόµη, ἔδωσαν ἀρχές καί ἰδανικά στά παιδιά τους, ἐνῶ στερήθηκαν νά τά µορφώσουν, καί νά τά δώσουν σωστούς ἀνθρώπους στήν κοινωνία. Καµαρώνουµε σήµερα τά ἐγγόνια τους, νά κρατοῦν τά λάβαρα τῶν σωµατείων, νά τιµοῦν µνῆµες καί νά ἐγκωµιάζουν µάρτυρες. Συγκινούµαστε, βλέποντάς τα νά ἀσπάζονται τίς εἰκόνες τῶν ἁγίων καί τῆς ἱστορίας µας. Κατανοοῦν πώς ἐφαλτήριο τῆς προόδου εἶναι µονάχα ἡ προσευχή.

Τιμῶντας ἐδῶ στή νέα Νίκαια τῆς Ἀττικῆς τούς Μικρασιάτες Ἁγίους καί τούς μάρτυρές μας, ἐφέτος ἡ μνήμη μᾶς ὁδηγεῖ καί στήν ἐπέτειο τῶν 1700 χρόνων ἀπό τήν Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδο, πού συνῆλθε στήν ἱστορική Νίκαια τῆς Βιθυνίας. Μέ ἀφετηρία τήν Ἁγία Ἀποστολική Σύνοδο τῶν Ἱεροσολύμων (49-50 μ. Χ.), οἱ Σύνοδοι ἀποτελοῦσαν γιά τήν Ἐκκλησία τή σαφή ἐπιβεβαίωση τῆς κοινῆς πίστης στήν Ἀποστολική παράδοση ὅλου τοῦ σώματος τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία γινόταν κατορθωτή με τήν (ἐπι) κοινωνία τῶν Ἐπισκόπων πού συμμετεῖχαν σέ αὐτές.

Ἡ Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος θεωρεῖται σημεῖο ἀναφορᾶς καί πρότυπο γιά τήν ἐκκλησιαστική ὀργάνωση, πρῶτον τῆς Ὀρθοδοξίας, ἀλλά καί ὅλου τοῦ εὐρύτερου χριστιανικοῦ κόσμου. Ἡ κορυφαία αὐτή Σύνοδος ἐπαναφέρει στό προσκήνιο τήν ἔννοια τῆς συνοδικότητας στήν Ἐκκλησία, ἕνα πρότυπο ἐσωτερικῆς λειτουργίας, πού ἐφαρμόζεται με ἐπιτυχία ἐπί 17 αἰῶνες, ἐνδεχομένως καί ἀφετηρία διαλόγου μέ τίς  ἄλλες χριστιανικές ὁμάδες.

Νά εἶστε εὐλογημένοι! Νά ἐναποθέτουμε τίς ἐλπίδες μας στόν Τριαδικό Θεό, μέ τήν πρεσβεία τῶν Ἁγίων ἐθνο-ἱερομαρτύρων μας.

ΧΡΟΝΙΑ ΠΟΛΛΑ καί ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΑ

Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ

† Ὁ Νικαίας Ἀ λ έ ξ ι ο ς