
«Πνεῦμα ὁ Θεός, καί τούς προσκυνοῦντας Αὐτόν,
ἐν πνεύματι καί ἀληθείᾳ δεῖ προσκυνεῖν»
Ἀγαπητοί μου Πατέρες καί ἀδελφοί,
Ὁ Σωτήρας τοῦ κόσμου, συνεχίζοντας τό κοσμοσωτήριο ἔργο Του, μέ τήν καθημερινή διδαχή, μέ τίς ὑπέροχες παραβολές, μέ τήν πολλαπλή στήριξη τῶν ἀνθρώπων, μέ τή θαυματουργία, ὅπου ἀπαιτήθηκε, ἔφτασε ἕνα μεσημέρι στή σαμαρειτική πόλη Συχάρ, κουρασμένος καί διψασμένος κατά τό ἀνθρώπινο. Ἄλλωστε οἱ περιοδεῖες τοῦ Κυρίου ἦταν πάντα μέ τά πόδια καί ἡ φυσική κόπωση δέν ἀργοῦσε νά ἐπέλθει. Εἶναι ὥρα ἕκτη, δηλαδή καταμεσήμερο, μέ τή ζέστη νά πιέζει ἀσφυκτικά ἰδίως σ’ αὐτή τήν περιοχή. Σταματᾷ μέ τή συνοδεία Του σέ ἕνα πηγάδι, ὅπου μιά γυναῖκα Σαμαρείτισσα ἀντλεῖ νερό γιά τό σπιτικό της.
Ὁ διψασμένος, κατά ἄνθρωπον, Κύριος τῆς ζητᾷ λίγο νερό. Τό αἴτημα εἶναι ὅ, τι πιό φυσιολογικό στήν κοινωνία τῶν ἀνθρώπων. Ὅμως τούτη ἡ κοινωνία ἔχει διαφορές∙ οἱ Ἰουδαῖοι δέν ἐπικοινωνοῦν μέ τούς Σαμαρεῖτες! Ἐκεῖνος πού ἦλθε στόν κόσμο ὡς Ἑνοποιός Δύναμη, γιά νά γίνουν ὅλοι ἕνα (Ἰω. 17, 21), ἀντιμετωπίζει μιά σοβαρή διχόνοια. Ὁ κήρυκας τῆς ἀγάπης καί τῆς καταλλαγῆς, Ἐκεῖνος πού φώτισε τόν Ἀπόστολο Παῦλο νά συνθέσει τόν Ὕμνο τῆς Ἀγάπης (Α΄ Κορ. 13ο κεφ.) καί νά διακηρύξει πώς ἡ ἀγάπη εἶναι τό «μεῖζον» ὅλων, ἀντιμετωπίζει μιά νοσηρή ὑπόθεση, τήν ὁποία πρέπει νά διευθετίσει δυναμικά. Ἔτσι ἀποκαλύπτει βαθμιαία τήν ταυτότητά Του. Ἡ γυναῖκα, ἐκείνη τή στιγμή, Τόν ἀναγνωρίζει ὡς Προφήτη. Μέ τόν τρόπο αὐτό ἔχει ἤδη ἀγγίξει τίς πνευματικές της χορδές. Ὁ Πλάστης ἀγαπᾷ τά δημιουργήματά Του καί λαχταρᾷ τή σωτηρία τους. Ἡ εἰκόνα τοῦ «ἀπολωλότος προβάτου» (Λουκ. 15, 4) εἶναι ἐνδεικτική. «Χαρά γίνεται στόν Οὐρανό γιά κάθε μετανοοῦντα ἁμαρτωλό» (Λκ. 15, 7).
Ἡ συνέχεια εἶναι προοδευτική καί προαγωγική. Ἡ γυναῖκα μπόρεσε τώρα νά ἀνασύρει ἀπό τά βάθη τῆς ὕπαρξής της πνευματικές ἀνησυχίες πού εἶχε καταπιέσει. Τούτη τήν ὥρα, αὐτό τό καταμεσήμερο τῆς ζέστης, ἔφτασε ἡ εὐλογημένη ὥρα για τή Σαμαρείτισσα τῆς Συχάρ. Ἀφοῦ ἑτοιμάστηκε ἐσωτερικά, φωτίζεται καί ἐνημερώνεται ἀπό τόν Ἴδιο τόν Κύριο γιά τήν Οὐσία τοῦ Θεοῦ. Ὁ Θεός δέν περιορίζεται σέ συγκεκριμένα σημεῖα, ὅπως ἤθελαν οἱ Ἰουδαῖοι καί οἱ Σαμαρεῖτες. «Ὁ Θεός εἶναι Πνεῦμα καί αὐτοί πού Τόν προσκυνοῦν πρέπει νά τό κάνουν πνευματικά καί ἀληθινά». Ἡ Σαμαρείτισσα γυναῖκα βρίσκει ὅ, τι ἐπιθυμοῦσε ἡ ψυχή της. Μαζί της φωτίσθηκαν καί οἱ συμπατριῶτες της, οἱ ὁποῖοι ἤθελαν νά κρατήσουν κοντά τους τόν Κύριο.
Ἀδελφοί μου ἀγαπητοί,
Οἱ Σαμαρεῖτες ἦταν ἕνας πνευματικός ἀγρός, ἕτοιμος γιά νά δεχτεῖ τόν σπόρο τοῦ Εὐαγγελίου. Ποθοῦσαν νά ἀκούσουν τό κήρυγμα τοῦ Χριστοῦ καί νά ἀρχίσει καί γι’ αὐτούς ἡ διαδικασία τῆς σωτηρίας. Δέν εἶχαν δεῖ πολλά θαύματα∙ ἕνα μονάχα τούς συγκλόνισε∙ ἡ μεταστροφή αὐτῆς τῆς γυναίκας. Οἱ Σαμαρεῖτες ἐκεῖνοι ἀποτελοῦν μιά προτύπωση καί μιά εἰκόνα ὅλης τῆς ἀνθρωπότητας. Εἶναι ὁ κόσμος, πού χωρίς ἴσως νά τό συνειδητοποιεῖ, διψᾷ γιά τό νερό τῆς Ζωῆς, γιά τό μήνυμα τῆς Λύτρωσης.
Αὐτό τό πνευματικό νερό ἀναζητοῦμε καί ἐμεῖς, ἀναπαυόμαστε ὅταν τό βροῦμε καί ἔχουμε χρέος νά τό δώσουμε στά παιδιά μας, στά ἐγγόνια μας καί στόν κόσμο ὅπου ζοῦμε. Θά τό δώσουμε μέ τήν ἀλλαγή μας, μέ τήν τήρηση τοῦ ἁγίου θελήματος τοῦ Θεοῦ.
Μέ πατρικές εὐχές
Ο ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ
+ Ὁ Νικαίας Ἀ λ έ ξ ι ο ς
