Home ΑΡΧΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ Βάϊα Γεωργαννάκη

Βάϊα Γεωργαννάκη

807
Ασκητές μέσα στον κόσμο - Τόμος Α'
Ασκητές μέσα στον κόσμο - Τόμος Α'

Η Βάϊα Γεωργαννάκη γεννήθηκε στο χωριό Ριζοβούνι της Λάκκας Σουλίου του νομού Πρεβέζης, το 1927. Ήταν δίδυμη με μία άλλη αδελφή της, η οποία όμως δεν έζησε. Η μητέρα της Φωτεινή έφυγε και αυτή πολύ νωρίς για τους ουρανούς, πέφτοντας από μια ελιά όταν το βρέφος της ήταν σαράντα ημερών. Ο πατέρας της ξανανυμφεύθηκε και απέκτησε άλλα τρία παιδιά.

Η Βάγια σεβόταν πολύ την μητρυά της. Ώς μεγαλύτερη που ήταν, φρόντιζε για όλα. Ήταν μικρομάννα και έτρεχε παντού στα γίδια, ξυπόλυτη επάνω στο βουνό, στα χωράφια να σκαλίση, στο δάσος να κόψη και να κουβαλήση ξύλα, κ.λπ. Ήταν πολύ γερό κορίτσι και τόσο φιλότιμη και εργατική, που έτρεχε σε όλες τις δουλειές πρώτη. Παντρεύτηκε μικρή και το 1947 γεννήθηκε το πρώτο της παιδί. Συνολικά απέκτησε έξι παιδιά. Ήταν χαρούμενος άνθρωπος και ζωντανή γυναίκα, ώστε όλοι στο χωριό την θαύμαζαν.

Ένα από τα παιδιά της αρρώστησε βαρειά. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να του προσφέρουν καμμιά βοήθεια. Ως μάννα πονούσε πολύ για το παιδί της και ήταν έτοιμη και την ζωή της να θυσιάση. Έπαιρνε το παιδί στην πλάτη και ανέβαινε στα βουνά και πήγαινε ώρες ποδαρόδρομο σε Μοναστήρια και Εκκλησίες της περιοχής, για να το γιατρέψη.

Ζώντας έτσι καθημερινά μέσα σ’ αυτόν τον πόνο, βλέπει στον ύπνο της μια γυναίκα η οποία της είπε: «Να πάρης το παιδί σου και καθαρά ρούχα και να έρθης στο σπίτι μου. Εκεί θα κατέβεις πολλά σκαλοπάτια στο άγιασμα, θα πλύνεις το παιδί, θα το αλλάξεις, θα πάρεις παπά να λειτουργήση και το παιδί θα γίνει καλά».

Την άλλη ημέρα είπε το όνειρο της στον σύζυγό της, ο οποίος την αποπήρε και την μάλωσε να μην πιστεύη σε όνειρα και φαντασίες. Η Βάγια όμως δεν ησύχαζε. Ρώτησε και τελικά έμαθε ότι υπάρχει μία τέτοια Εκκλησία στο απέναντι χωριό στους Κομτσιάδες-Αμπελιά. Πράγματι σώζεται ο μικρός ναός της Αγίας Παρασκευής, μνημείο του δεκάτου αιώνος. Πίσω από το ναό υπάρχει μία μεγάλη σπηλιά από όπου μία σκάλα με πολλά σκαλοπάτια οδηγεί στο αγίασμα της αγίας Παρασκευής που τρέχει σαν ποτάμι. Μόλις το έμαθε παίρνει το παιδί της και ανεβαίνει στο βουναλάκι της αγίας Παρασκευής.

Εκεί βρήκε την σπηλιά, τα σκαλοπάτια και τον τόπο, όπως τον είχε δει στο όνειρο της. Έλουσε το παιδί, λειτούργησε το Εκκλησάκι και το παιδί έγινε αμέσως καλά. Η σιδερένια της υγεία όμως πολύ γρήγορα έμελλε να γίνη θρύψαλα. Κάποτε η Βάγια πήγε στην βρύση να πλύνη και λιποθύμησε. Έκτοτε λιποθυμούσε συχνά και η ζωή της έγινε μαρτύριο. Λιποθυμούσε στο σπίτι, στην Εκκλησία, στο χωράφι, στο δρόμο. Έχανε τελείως τις αισθήσεις της, έπεφτε κάτω και μετά από λίγη ώρα συνερχόταν. Τα μικρά της παιδιά ζούσαν και αυτά το μαρτύριο τους. Έβλεπαν την μάννα τους να υποφέρη και αυτά από πάνω της έκλαιγαν νομίζοντας ότι πέθανε. Πάντοτε όμως καταλάβαινε όταν θα λιποθυμούσε, γι αυτό τα προειδοποιούσε, τα καθησύχαζε και τους έλεγε: «Θα αρρωστήσω, να μην φοβηθήτε, να με αφήσετε και εγώ θα συνέλθω μόνη μου».

Τί ήταν αυτό που πάθαινε; Η θεία της που την έζησε από μικρό κοριτσάκι, το αποδίδει στην πείνα. Ζούσε με τόση φτώχεια και πείνα που για τα σημερινά δεδομένα είναι απίστευτο. Η οικογένεια της ήταν η πιο φτωχή στο χωριό και την ίδια την αποκαλούσαν «φτωχοβάγια». Αλλά στο μαρτύριο αυτό προστέθηκε και ένα άλλο ψυχικό μαρτύριο από τους ανθρώπους, πιο οδυνηρό. Στο χωριό μερικοί χαιρέκακοι άνθρωποι «προσέθηκαν επί το άλγος των τραυμάτων» (Ψαλμ. ξη’, 27) της, επιδίωξαν δηλαδή να την βγάλουν τρελλή για να την κλείσουν σε τρελλοκομείο στην Κέρκυρα.

Άλλοι στο χωριό την απέφευγαν σαν να ήταν ιασμένη και κορόιδευαν τα παιδιά της. Μόνον αυτός που τα έζησε μπορεί να καταλάβη τι σημαίνουν αυτά για μία τρυφερή παιδική ψυχή και πόσο αβάστακτος ήταν ο πόνος για μία μητρική καρδιά, η οποία υπέφερε περισσότερο για τα παιδιά της παρά για τον εαυτό της. Αλλά η Βάγια ήταν άνθρωπος του Θεού και άντεξε. Σήκωσε αυτόν τον σταυρό που της έδωσε ο Κύριος με πολλή πίστη, υπομονή και ταπείνωση. Ποτέ δεν γόγγυξε, δεν τα έβαλε με τον Θεό. Ταπεινή έσκυβε το κεφαλάκι της στο θέλημα του Θεού. Σαν άνθρωπος ώρες-ώρες λύγιζε, έκλαιγε, παραπονιόταν και πικραινόταν, ιδιαιτέρως όταν κάποιοι με την στάση τους την εξουθένωναν και επιχειρούσαν να της κάνουν κακό. Αλλά ο καλός Θεός που είναι ο Θεός των καταφρονεμένων, των αδικουμένων και των πονεμένων, ποτέ δεν την άφησε μόνη της. Την προστάτευε πάντα, της έδινε δύναμη και κουράγιο για νέες δοκιμασίες.

Το βράδυ άναβε το καντηλάκι μπροστά στο εικονοστάσι. Αφού πρώτα έβαζε το μικρό γυιό της να κάνη το σταυρό του, του ετοίμαζε να κοιμηθή, με μητρική δε τρυφερότητα τον καληνύχτιζε και τον φιλούσε. Πήγαινε ύστερα μπροστά στις εικόνες και έκανε την προσευχή της. «Σ’ ευχαριστώ, Χριστέ μου, Αφέντη μου. Δοξασμένο το όνομα Σου. Παναγία μου, φύλαξε τα παιδιά μου και όλον τον κόσμο». Στο τέλος έβγαζε κι έναν αναστεναγμό «ώϊ, μαννούλα μου». Ύστερα άρχιζε να κάνη μετάνοιες στρωτές μέχρι κάτω με σταυρούς. Κατόπιν έσκυβε κάτω το κεφάλι της σιγοψιθυρίζοντας τις υπόλοιπες αλάλητες προσευχές της.

Στην Εκκλησία πήγαινε πάντα όλες τις Κυριακές και τις Εορτές, και κρατούσε όλες τις αργίες σχολαστικά. Όταν ο παπάς διάβαζε το Ευαγγέλιο μπροστά στην Ωραία Πύλη, πήγαινε, γονάτιζε κάτω από το Ευαγγέλιο και έβαζε το πετραχήλι πάνω στο κεφάλι της. Όταν τελείωνε η ανάγνωση του Ευαγγελίου, φιλούσε το πετραχήλι, το Ευαγγέλιο και το χέρι του παπά με πολλή ευλάβεια. Επειδή λιποθυμούσε και μέσα στην Εκκλησία, της έλεγαν μερικές γυναίκες να σταματήση να εκκλησιάζεται επειδή την έπιαναν, όπως έλεγαν, τα κεριά, το λιβάνι και δεν είχε καθαρό αέρα, αλλά αυτή τους απαντούσε: «Εμένα και να με σκοτώσετε, δεν μπορεί κανένας να με βγάλη μέσα από το σπίτι του Θεού, θα πηγαίνω και ας πεθάνω». Αλλά οι δοκιμασίες του Ιώβ δεν έχουν τελειωμό για την Βάγια. «Ον αγαπά Κύριος παιδεύει, μαστιγοί δε πάντα υιόν ον παραδέχεται» (Παροιμ. γ, 12).

Μία ημέρα, στο σχολείο, ένα από τα παιδιά της έπαιζε με μια μπάλα λερωμένη και μολύνθηκε. Όταν ήρθε στο σπίτι δεν το είπε στην μάννα του για να το λούση, αλλά ξάπλωσε το βράδυ κάτω στρωματσάδα μαζί με τα άλλα παιδιά και το πρωί ξύπνησαν τα παιδιά της όλα με σπυριά στο κεφάλι. Από την στενοχώρια της μόλις τα είδε, έπαθε ισχυρό νευρικό κλονισμό. Στενοχωρήθηκε τόσο πολύ που δεν άντεξε, ξαναρρώστησε και γι’ αυτό την έστειλαν στο Νοσοκομείο. Τα παιδιά της τέλος τα έστειλαν στην Αθήνα στο Νοσοκομείο Συγγρού όπου και θεραπεύτηκαν, αλλά όταν γύρισαν στο χωριό με τα λίγα μαλλάκια τους όλοι τα απέφευγαν ακόμη και οι συγγενείς για να μην κολλήσουν. Κανένας δεν άνοιξε το σπίτι τους να πάρη τα παιδιά παρά μόνο μία ξαδέλφη της (του Θωμά Χρηστια η μάννα) τα πήρε και τα φρόντισε με αγάπη ώσπου να έρθη η μάννα τους.

Νέα όμως φουρτούνα ξεσπάει επάνω της. Είχε γεννηθή και το τέταρτο παιδί της, η Ελενίτσα. Θα ήταν μέχρι δύο χρόνων. Η μάννα έλειπε και πάλι άρρωστη στο Νοσοκομείο. Η Φωτεινή, η μεγάλη αδελφή που θα ήταν και αυτή 5-6 χρόνων, εκτελούσε χρέη μάννας, νοικοκυράς και φρόντιζε και την μικρή. Εκεί που το είχε στην κούνια και το κουνούσε, αυτό έκλαιγε συνέχεια. Το τάισε αλλά αυτό πάλι έκλαιγε. Τέλος σταμάτησε το κλάμα και νόμισε ότι το μωρό αποκοιμήθηκε. Αργότερα ήρθε η νουνά της Ελενίτσας για να δη τι κάνει· το κοιτάζει, το πιάνει αλλά το μικρό είχε πεθάνει. Σαν αγγελουδάκι έφυγε για τους ουρανούς.

Αφού την θάψανε, αργότερα πήγε ο σύζυγος της να παραλάβη την Βάγια από την Ηγουμενίτσα. Με τα πόδια πήγε και με τα πόδια γύρισαν στο χωριό, βουνό-βουνό ημέρες ποδαρόδρομο. Στο Νοσοκομείο την είχαν περιποιηθή. Έφαγε λίγο καλό φαγάκι και πήρε επάνω της, όταν δε γύρισε στο χωριό ήταν πολύ όμορφη, όπως τους φάνηκε. Αυτή όμως με αγωνία και ανησυχία ζητούσε να δη το παιδί της. Ο πατέρας την ξεγελούσε προσπαθώντας να μην της πη το δυσάρεστο και θλιβερό αλλά της έλεγε ότι είναι στους παππούδες στην Φιλιππιάδα. Έτρεξε εκεί όπου έμαθε την αλήθεια ότι πέθανε η Κλενίτσα, και είπε: «Α! καλά το είχα δει εγώ στον ύπνο ότι πέθανε το παιδί μου και σεις με ξεγελάσατε!» Την έκλαιγε απαρηγόρητα. Και όταν της έλεγαν φτάνει πια, πέρασαν τόσα χρόνια, απαντούσε: «Η μάννα ποτέ δεν ξεχνάει το παιδί της, όσα χρόνια και αν περάσουν».

Παρά τις τόσες μεγάλες φουρτούνες που είχε περάσει στην ζωή της, δεν ήθελε να δείχνη τον πόνο της και έκρυβε μέσα της τον μεγάλο σταυρό που σήκωνε. Δεν ήθελε να την λυπούνται και να την παρηγορούν γι’ αυτό και συμμετείχε σ’ όλες τις χαρές και τις λύπες του χωριού. Στους γάμους πήγαινε πάντοτε πρώτη με το δώρο της. Όταν της έλεγαν, «βρε Γιώργαινα, τί το θέλεις εσύ το δώρο, φτωχειά γυναίκα, εσένα κανένας δεν σε παρεξηγεί», τότε αυτή έλεγε: «Όχι, η φτώχεια, φτώχεια, και ο γάμος, γάμος. Είναι υποχρέωση, εγώ ας μην έχω να φάω, το δώρο μου θα το πάω και θα τους ευχηθώ». Και όχι μόνο πήγαινε αλλά και έσερνε πρώτη τον χορό και τραγουδούσε. Χόρευε πολύ ωραία, τους παραδοσιακούς χορούς του χωριού και όλοι δεν πίστευαν στα μάτια τους, πως μία γυναίκα με τόσα βάσανα εύρισκε το κουράγιο και νικούσε τον εαυτό της. Επίσης της άρεσαν πολύ οι γιορτές που γίνονταν στο Σχολείο. Πήγαινε με λαχτάρα να ακούση τα παιδιά που έλεγαν τα ποιήματα στις Εθνικές Εορτές, που έπαιζαν τα δράματα και τραγουδούσαν.

συνέχεια…