Home ΑΡΧΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ Βάϊα Γεωργαννάκη

Βάϊα Γεωργαννάκη

1237

Όλη της όμως η ψυχή και η καρδιά ήταν δοσμένη στην Εκκλησία, στις γιορτές και στα πανηγύρια που γίνονταν στα διάφορα εξωκκλήσια του χωριού: Στην Παναγία στο Καστρί, στην αγία Μαρίνα, στην αγία Παρασκευή, στην άγια Σοφία, στον προφήτη Ηλία, στην Παναγιά του Λαπόβου, στον άγιο Δημήτριο στην Φιλιππιάδα κ.α.

Εκεί όμως όπου έλαμπε από χαρά ήταν τα Χριστούγεννα, στην γιορτή του γυιού της, και την Μ. Εβδομάδα, όταν άρχιζε τις ετοιμασίες για την Λαμπρή, το Πάσχα. Κάποιο έτος έστειλε τον μικρό της γυιό να κόψη κόκκινα τριαντάφυλλα από τις τριανταφυλλιές για να τα πάνε στον Επιτάφιο την Μεγάλη Παρασκευή. Πηγαίνοντας για την Εκκλησία ο μικρός από αφέλεια τα μύρισε. Τότε αμέσως του δίνει μία-δυό στα χέρια και του λέγει: «Μην τα μυρίζης, παιδί μου, δεν κάνει. Θα τα πάμε στον Χριστό τα τριαντάφυλλα και πρέπει να είναι αμύριστα, καθαρά και αγνά. Γρήγορα, πέταξε τα και τρέξε να κόψης άλλα».

Και στον Επιτάφιο αν δεν περνούσαν τρεις φορές σταυρωτά κάτω από το τραπέζι μπουσουλώντας τα παιδιά της για να πάρουν ευλογία, δεν τα άφηνε να βγουν έξω από την Εκκλησία.ωΉταν στοργική και πολύ τρυφερή μάννα γιατί είχε πονέσει πολύ για τα παιδιά της. Γι’ αυτά με χαρά εστερείτο τα πάντα, μόνο ήθελε να τα έχει κοντά της. Η αυτοθυσία της ήταν μεγάλη. Όταν την πήγαιναν στο Νοσοκομείο, καθόταν λίγο καιρό, μόλις δε δυνάμωνε λίγο και ένιωθε τον εαυτό της καλύτερα, δεν μπορούσε κανένας να την κρατήση μέσα, ούτε γιατροί, ούτε νοσοκόμες. «Θα φύγω», έλεγε, «θα πάω στα παιδιά μου, μ” έχουν ανάγκη». Έφευγε και ερχόταν από την Φιλιππιάδα με τα πόδια. Νύχτα έφτανε, χτύπαγε να της ανοίξουν και τη νόμιζαν φάντασμα.

Εκεί όμως που ξεπέρασε τελείως τον εαυτό της ήταν η μέριμνα της για τα κορίτσια της. Προαισθανόταν τον θάνατο της και ζούσε μέρα-νύχτα σχεδόν με την μνήμη του θανάτου. Ήθελε προτού πεθάνη να έχη τακτοποιήσει τα προικιά των κοριτσιών.

«Όταν κλείσω τα μάτια μου», έλεγε, «θέλω τα παιδιά της Βάγιας να τα έχουν όλα, να μη τους λείπη τίποτα». Είχε πολύ φιλότιμο και μεγάλη λεπτότητα με ευαισθησία στις υποχρεώσεις της. Έτσι μ” αυτήν την αγωνία και την μέριμνα, είχε καταδικάσει τον εαυτό της σχεδόν σε ασιτία, για να μπορέση να κάνη λίγες οικονομίες για τα παιδιά της. Της είχαν βγάλει μία συνταξούλα ως άρρωστη που ήταν. Μόλις έπαιρνε την συνταξούλα της πήγαινε κατ” ευθείαν και αγόραζε νήματα. Καθόταν ύστερα ώρες και χτυπούσε στον αργαλειό για να υφάνη τα προικιά των κοριτσιών της που και χορτάτος να είναι κανείς δεν αντέχει και πολύ.

Τα χέρια της δούλευαν πάντα ασταμάτητα. Στον δρόμο που πήγαινε για το χωράφι, κρατούσε τις γίδες και συγχρόνως έπλεκε και καμμιά φανέλλα, ή έγνεθε με την ρόκα της. Αν και ήταν πολύ φτωχειά, είχε πολύ καλή καρδιά και αγαπούσε να δίνη ελεημοσύνες όσο μπορούσε. Πάντα από” αυτά που είχε πρώτα ξεχώριζε ένα μερίδιο και το έστελνε σε διάφορες οικογένειες, και ας είχε αυτή μεγαλύτερη ανάγκη από” αυτές. Είχαν ένα μικρό χωραφάκι κάτω από το Καστρί, το Μοναστήρι, όπου φύτευαν όλα τα καλοκαιρινά. Πήγαινε να τα ποτίση μία ώρα δρόμο με το άλογο. Μάζευε τα κηπευτικά και μέχρι να τα πάη στο σπίτι της τα περισσότερα τα μοίραζε ελεημοσύνη. Ήταν αγράμματη, όμως δίδασκε πράττουσα και προσπαθούσε να μεταδώση στα παιδιά της το πνεύμα της ελεημοσύνης. Μία φορά κρεμάστηκε μία γίδα τους εκεί που βοσκούσε στα βράχια, αλλά πρόλαβε ο γείτονας και την έσφαξε. Τότε παίρνει σχεδόν την μισή γίδα, την βάζει σ” ένα σακκί και την πηγαίνει σε μία ξαδέλφη του συζύγου της. Η γυναίκα αυτή πολύ συχνά την πρόσβαλλε και την πίκραινε με την στάση της, διότι ήθελε να ανακατεύεται στα οικογενειακά της. Εκείνη τότε συγκινήθηκε και άλλαξε συμπεριφορά.

Εκεί όμως που ήταν υπέροχη, ήταν η επικοινωνία με τους άλλους. Όλους στο χωριό τους αγαπούσε και συνήθιζε πρώτη αυτή, σαν να ήταν μικρότερη, να χαιρετά. Ήταν ντυμένη πάντα στα μαύρα από τα τριάντα της χρόνια. Είχε επάνω της μία πηγαία γλυκειά ευγένεια, με σεβασμό προς τους άλλους και ευλάβεια στα θεία. Τελευταία υπέφερε από λευχαιμία. Συχνά έκανε εμετούς. Ό,τι έτρωγε το έβγαζε και η κοιλιά της πρηζόταν. Αυτό φαίνεται πως το είχε χρόνια που την βασάνιζε και επηρέαζε και την όλη υγεία της. Γι” αυτό είχε μεγάλη αδυναμία στον οργανισμό της. Την έστειλαν πρώτα στο Νοσοκομείο της Αγίας Όλγας στην Ν. Ιωνία. Ύστερα νοσηλεύτηκε στο Νοσοκομείο του Αγίου Σάββα, στην Αθήνα. Οι γιατροί της είχαν πει να πηγαίνη κάθε έξι μήνες για εξετάσεις, να τρώη καλά, να ξεκουράζεται και να μην στενοχωριέται. Μόλις όμως γύριζε στο σπίτι, ριχνόταν στις δουλειές του σπιτιού, στα ζώα, στα χωράφια, στην σπορά, στο θέρος, στο νοικοκυριό. Η αρρώστια όμως μέσα της δούλευε σιγά-σιγά και την εξασθένιζε όλο και περισσότερο.

Εκτός από τις πολλές αρρώστιες και τα βάσανα της η Βάγια είχε και πόλεμο από τον διάβολο. Μια ημέρα κατά το μεσημέρι είδε οφθαλμοφανώς τον διάβολο που πήγε να την γκρεμίση κάτω από το άλογο, αλλά η Παναγία την οποία επικαλέστηκε την προστάτευσε. Εκεί κοντά ήταν ένα εξωκκλήσι της Παναγίας της Ελεούσας. Γι” αυτό και σ” όλη την ζωή της, όταν περνούσε από εκείνο το σημείο, ξεπέζευε από το άλογο, πήγαινε από ευγνωμοσύνη να ανάψη τα καντήλια και να ευχαριστήση την Παναγία. Για τελευταία φορά πήγε στην Παναγία στο Καστρί, τον Δεκαπενταύγουστο. Μετά τον Εσπερινό έπιασε από το χέρι τον γυιό της και ρωτούσε: «Δεν μου λες, παιδί μ”, όλα αυτά εδώ που δείχνουν ψηλά στους τοίχους τα κάναν στους Άγιους; Τόσα μαρτύρια και βασανιστήρια!». Κοίταζε τα παραστατικά μαρτύρια των Αγίων, κάνοντας τον σταυρό της και έλεγε ως συνήθως. «Μέγας Κύριε, Μέγας Κύριε, ήμαρτον, Χριστέ μου». Ποιος ξέρει τι αισθανόταν η ψυχή της! Τους συμπονούσε γιατί και η δική της η ζωή ήταν ένα συνεχές μαρτύριο.

Ύστερα από μισό χρόνο έμπαινε και η ίδια στο τελευταίο στάδιο του μαρτυρίου της. Οι εμετοί συνέχεια αυξάνονταν και αυτή είχε γίνει αδύνατη σαν φτερό, ώσπου μία ημέρα του Μαρτίου φώναξαν τον ταξιτζή του χωριού, ένα πονόψυχο άνθρωπο, τον Τάκη Μηλιώνη, για να την πάη στην Αθήνα στο Νοσοκομείο. Κοίταζε γύρω-γύρω σα να τα έβλεπε για τελευταία φορά και έλεγε: «Θα γυρίσω πίσω ζωντανή;». Μάλλον έδινε κουράγιο μόνη της στον εαυτό της, διότι το ήξερε πολύ καλά ότι θα αναχωρούσε για τον ουρανό. Γι” αυτό και πολύ καιρό πριν είχε περάσει και είχε χαιρετήσει το σόι της.

Στην Αθήνα που την πήγε ο ταξιτζής, μόνη της και ασυνόδευτη συνάντησε και πάλι την απονιά, όμως τώρα για τελευταία φορά. Κανένα σπίτι συγγενικό δεν άνοιξε να την δεχτή για λίγο, να ζεσταθή η ψυχούλα της πολύπαθης Βάγιας. Ο ταξιτζής την πήγε από καλωσύνη, με δική του πρωτοβουλία, στο Λαϊκό Νοσοκομείο στο Γουδί, άγνωστη σε άγνωστους και την έβαλαν σ” ένα διάδρομο σε ράντζο.

Τότε ειδοποιήθηκε ο γυιός της και πήγε στο Νοσοκομείο να την δη. Ο γιατρός του είπε ότι πρέπει να κάνη εγχείρηση και του ζήτησε 50.000 δρχ. Το ποσό ήταν πολύ μεγάλο και δεν είχαν να δώσουν τόσα χρήματα, γι” αυτό η εγχείρηση δεν έγινε. Έζησε μία εβδομάδα μόνο και εκοιμήθη. Εκεί άφησε το χιλιοβασανισμένο κορμάκι της, ενώ η ψυχούλα της φτερούγισε και πέταξε ανάλαφρη στους ουρανούς, στολισμένη με το στεφάνι της πίστεως, της ταπεινώσεως και της υπομονής. Σταμάτησε πια γι” αυτήν ο πόνος, η θλίψη και ο στεναγμός, που ήταν οι πιο αγαπημένοι σύντροφοι της σ” όλη της την ζωή. Εκοιμήθη στις 10 Μαρτίου του 1974, σε ηλικία 47 ετών.

Η κηδεία έγινε στο χωριό. Όλες οι καρδιές συμπόνεσαν την πιο φτωχή, την πιο πονεμένη, την πιο βασανισμένη και την πιο αγαπημένη γυναίκα του χωριού. Κανένας δεν είχε ούτε το παραμικρό παράπονο εναντίον της. Ο παπάς του χωριού, που ποτέ δεν μιλούσε σε κηδείες, μίλησε στην κηδεία της Βάγιας και είπε πολλά επαινετικά γι” αυτήν.

Η παρουσία της έχει μείνει αξέχαστη. Για πολλά χρόνια οι γυναίκες ,του χωριού, όταν συναντούσαν τα παιδιά της, ρωτούσαν: «Α, παιδάκι μου, συ είσαι το παιδί της Βάγιας;», και έκλαιγαν. Η Βάγια όσο ζούσε μερικές φορές μιλούσε λίγο παράξενα, προέλεγε κάποια πράγματα, τα οποία ύστερα από χρόνια γίνονταν πραγματικότητα και τότε θυμούνταν τα λόγια της. Αρκετό καιρό πριν από τον θάνατο της είχε κάτι προαισθανθή και γι” αυτό είχε περάσει από το σόι της να τους χαιρετήση. «Φεύγω, εγώ θα φύγω, θα πάω να ανταμώσω την γιαγιά μας, τι θέλετε να της πω;». Μία εβδομάδα πριν πάη για το Νοσοκομείο στην Αθήνα, πήγε στην αδελφή της την Αθηνά εκεί που μάζευαν τις ελιές στο χωράφι, και της λέει η Αθηνά: «Γιατί έκανες τόσο κόπο και ήρθες εδώ κάτω στο χωράφι;», και της απαντάει: «»Ε, πως να μην έρθω να χαιρετήσω την αδερφή μου; Αθηνά, για μένα πάει, τελείωσε το πανηγύρι, σε μια βδομάδα θα πεθάνω». Όταν ένα από τα παιδιά της ήταν μικρό, είχε περάσει από το χωριό ένας Δεσπότης. Στο σπίτι εκεί που έτρωγαν και το παιδάκι πιο πέρα έπαιζε, σηκώνεται και λέγει σε ένα συγγενή της: «Αχ, βρε Σταύρε, να μου έδινε και εμένα ο Θεός ένα από τα παιδιά μου να γίνη άνθρωπος δικός του, αφιερωμένος στην Εκκλησία». Η επιθυμία της και η ευχή της έγιναν πραγματικότητα. Ύστερα από χρόνια, το παιδί της αυτό επέλεξε την μοναχική ζωή. Σε κάποιο συγγενή της μία φορά είχε πει: «Όταν βγης στην σύνταξη, θα χωρίσεις», και πράγματι χώρισε και έλεγε με θαυμασμό ότι είχε χάρισμα η Βάγια.

Σ” ένα από τα παιδιά της που την είχε πικράνει πολύ, επειδή και πολύ το αγαπούσε, επάνω στον πόνο της του είχε πει: «Δεν θέλω να βγάλης το όνομα μου και ούτε το όνομα Βάγια να ακούσης». Πράγματι αυτός στην κόρη του δεν έδωσε το όνομα της μάννας του αλλά και όταν ήταν καλεσμένη στα βαφτίσια της κόρης του αδελφού του ξαφνικά μέσα στην Εκκλησία, όταν άρχισε το μυστήριο, ο γυιός του κάτι έπαθε σαν πυρετό, σαν ρίγος, τον “βγαλαν έξω και τον πήγαν στο γιατρό. Όταν γύρισε, το μυστήριο είχε τελειώσει και δεν είχε ακούσει το όνομα Βάγια που έδωσαν στο κοριτσάκι. Και τότε θυμήθηκε την πρόρρηση της μάννας του.

Ο Θεός να αναπαύση την ψυχή της πολύπαθης Βάγιας στην Βασιλεία του, χαρίζοντάς της, αντί των προσκαίρων θλίψεων που υπέμεινε, την αιώνιον ζωήν. Αμήν.

«Ασκητές μέσα στον κόσμο – Α΄», Άγιον Όρος, 2008