Home ΑΡΧΕΙΟ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΑΣΚΗΤΙΚΗ Πατήρ Βασίλειος Τρομπούκης

Πατήρ Βασίλειος Τρομπούκης

1802
Ασκητές μέσα στον κόσμο - π. Βασίλειος Τρομπούκης
Ασκητές μέσα στον κόσμο - π. Βασίλειος Τρομπούκης

Γεννήθηκε το 1902 στο χωριό Σφήκα Ημαθίας από λευϊτική οικογένεια. Ο πατέρας του ονομαζόταν Ιωάννης, ήταν ιερέας και Πνευματικός. Επίσης ο παππούς και ο προπάππους του ήταν ιερείς καθώς και ο αδελφός του Αθανάσιος, όπως και ένας ανεψιός του. Ήταν επιθυμία του Βασιλείου να συνεχισθή αυτή η παράδοση.

Ενυμφεύθη μία σεμνή κόρη από το ίδιο χωριό, την Γιαννούλα, και απέκτησαν εννέα τέκνα. Το ένα πέθανε σε ηλικία δύο ετών.

Από τις διδαχές του αγίου Κοσμά που αγαπούσε και διάβαζε πολύ, έμαθε ότι πρέπει μετά τα σαράντα να χειροτονούνται οι ιερείς, για να είναι ώριμοι. Πήγε σε ιερατική σχολή αλλά και πολλά έμαθε από τον πατέρα του, τον π. Ιωάννη. Μετά χειροτονήθηκε διάκονος, ύστερα ιερέας και λειτουργούσε στο χωριό του όπου τον τοποθέτησαν εφημέριο.

Από την πρώτη μέρα που φόρεσε το ράσο έκοψε για πάντα το τσιγάρο. Έκανε συμφωνία με την σύζυγό του, την πρεσβυτέρα Γιαννούλα, αφού έφεραν εννέα παιδιά στον κόσμο, στο εξής να ζουν με εγκράτεια σαν αδέλφια και να κοιμούνται χωριστά. Κράτησαν την συμφωνία μέχρι την κοίμησή τους. Για να πεισθή και η πρεσβυτέρα να κοιμούνται σε χωριστά κρεββάτια, τρεις φορές έσπασε το κρεββάτι από μόνο του, χωρίς αιτία, όταν πήγαινε να κοιμηθή π παπα-Βασίλης. «Εσύ στην γωνιά σου και εγώ στην δική μου», της είπε ο παπα-Βασίλης.

Όλα τα χρόνια της ιερατικής του διακονίας δεν είδε κανένας τον π. Βασίλειο χωρίς ζωστικό, ακόμη και η πρεσβυτέρα. Και όταν ως άνθρωπος πήγαινε να πλυθή, πήγαινε με το ζωστικό. Το έλεγε και το εννοούσε: «Παπάς αράσωτος, δεν είναι παπάς». Ακόμη και το καλυμμαύχι του δεν έβγαζε ποτέ, παρά μόνο στο δωμάτιό του.

Ήταν πολύ προσεκτικός στην ζωή του και ιδιαίτερα ευλαβής. Μετά από την θεία Λειτουργία δεν πήγαινε σε ξένο σπίτι. Πάντα επέστρεφε στο σπίτι του όπου είχε χωνευτήρι, όπως το ονόμαζε ο ίδιος, και εκεί έπλυνε μόνος του το πρώτο φλυτζάνι και το πρώτο ποτήρι που θα χρησιμοποιούσε μετά την κατάλυση των Αχράντων Μυστηρίων. Αργότερα όταν γήρασε, αυτό το έκαναν οι δικοί του. Δεν τους άφηνε να πλύνουν τα πρώτα σκεύη που χρησιμοποιούσε στο νεροχύτη, αλλά στο χωνευτήρι του σπιτιού του. Ο ίδιος δεν πλενόταν την ίδια μέρα, ούτε και τα γένεια του έπλυνε. Είχε μία πετσέτα που τα σκούπιζε και όταν λερωνόταν την έκαιγε. Νήστευε Δευτέρα, Τετάρτη και Παρασκευή και όλες τις Σαρακοστές και από λάδι. Το συνηθισμένο του φαγητό αυτές  τις ημέρες ήταν τσάϊ με παξιμάδι, πατάτες με κρεμμύδια ψημένα στα κάρβουνα.

Ο παπα-Βασίλης είχε φόβο Θεού και αγαπούσε πολύ την προσευχή. Πάντα προσευχόταν. Το καθημερινό του τυπικό ήταν το εξής: Ξυπνούσε στις 4.00 τη νύχτα. Τον χειμώνα άναβε την ξυλόσομπα, έβαζε το πετραχήλι και διάβαζε προσευχές μέχρι τις 6.30’ το πρωΐ. Μετά έπαιρνε το ράσο του, πήγαινε στην Εκκλησία και διάβαζε την ακολουθία. Το απόγευμα έκανε τον Εσπερινό. Καθημερινώς είτε χιόνιζε είτε έβρεχε, δεν άφηνε την Εκκλησία και τις ακολουθίες του.

Στην ακολουθία και ιδιαίτερα στην Λειτουργία ήταν προσεκτικός, δεν βιαζόταν, αφωσιωνόταν ολόκληρος. Ο π. Βασίλειος ήταν σοβαρός ιεροπρεπής, και αυτό το μετέδιδε και στα παιδάκια που τον διακονούσαν στο ιερό. Όταν ο ψάλτης παρέλειπε κάποια τροπάρια, ο π. Βασίλειος στενοχωριόταν. Από λεπτότητα όμως δεν του έκανε παρατηρήσεις, έβγαινε στο αναλόγιο και τα έλεγε ο ίδιος. Όταν είχε κανένα ξένο ψάλτη, τα έλεγαν όλα και αργούσε να τελειώση.

Κάποτε, ενώ είχε αναμμένο το «μονόκερο» (εισοδικό) μπροστά στην εικόνα της Παναγίας και προσευχόταν, έγειρε το κερί και πήραν φωτιά τα άμφιά του. Ο π. Βασίλειος αφοσιωμένος όπως ήταν στην προσευχή δεν πήρε είδηση. Κάηκε σχεδόν το μεγαλύτερο μέρος από το φαιλόνι εκτός από τον πόλο (την εικόνα του Χριστού), το στιχάρι του, μέρος από το ζωστικό του, λίγο το σακκάκι του, λίγο η φανέλα του και έφθασε μέχρι το δέρμα του, αλλά δεν κατάλαβε τίποτε. Έβγαλε μετά τα άμφιά του, τα δίπλωσε και πάλι δεν κατάλαβε τι είχε συμβή. Όταν γύρισε στο σπίτι, του είπαν, το διαπίστωσε δε και ο ίδιος ότι η φωτιά έφθασε μέχρι το σώμα του, και τότε είπε: «Σ’ ευχαριστώ Παναγία μου, που με φύλαξες και δεν έπαθα τίποτε χειρότερο».

Λειτουργούσε συχνά, ακόμη και σε μικρές γιορτές, και ας ήταν σχεδόν μόνος του στην Εκκλησία. Είχε τη νεωκόρο, μία γιαγιά που ήταν πάντα στην Εκκλησία, και τον ψάλτη. Όταν δεν είχε ψάλτη έβαζε τα μικρά παιδιά να τα λένε διαβαστά. Πόσες λειτουργίες έκανε με τα αθώα παιδάκια μόνος του και με τους Αγγέλους!

Από κηδείες και μνημόσυνα ποτέ δεν έπαιρνε χρήματα. Μόνο από γάμους και βαφτίσια, αν του έδιναν, έπαιρνε πέντε δραχμές και τις τρεις τις έδινε στην Εκκλησία. Εξηγούσε ότι σ’ αυτά τα ευχάριστα γεγονότα για τα οποία γίνονται τόσα έξοδα, μπορεί να παίρνη κάτι και ο παπάς.

Όταν έβγαινε ο δίσκος στην Εκκλησία, πρώτα ο επίτροπος περνούσε από τον Ιερέα και μετά έρριχναν οι άλλοι.

Όταν έπαιρνε τον μισθό του, τον μισό τον έδινε σε φτωχούς. Παραπονιόταν ο γυιός του λέγοντας ότι έχουν ανάγκες και ο π. Βασίλειος, ο φτωχός και πολύτεκνος, έλεγε: «Υπάρχουν άλλοι που έχουν μεγαλύτερες ανάγκες. Εμείς, δόξα τω Θεώ, καλά είμαστε».

Αγαπούσε και φρόντιζε για την ευπρέπεια του οίκου του Κυρίου. Όταν είχε εργάτες για να συντηρήση και να ανακαινίση τις έξι Εκκλησίες του χωριού, πάντα δούλευε και ο ίδιος και τους βοηθούσε.

Ο παπα-Βασίλης είχε χάρι Θεού. Η πίστη του ήταν απλή, ζωντανή και μεγάλη. Η ευχή του έκανε θαύματα. Τον καλούσαν να διαβάση ευχές σε αρρώστους και θεραπεύονταν. Έβαζε το χέρι του με το πετραχήλι στο κεφάλι του αρρώστου και δεν το έπαιρνε, αν δεν σηκωνόταν ο άρρωστος.

Κάθε δεκαπέντε ημέρες έκανε ευχέλαιο και αγιασμό στην Εκκλησία για να μαζεύωνται οι χριστιανοί. Ελλείψει ψαλτών έβαζε τα μικρά παιδιά να διαβάζουν. Αυτά τα έλεγαν συλλαβιστά και ο π. Βασίλειος περίμενε με υπομονή. Πήγαινε σε όλα τα σπίτια όταν τον καλούσαν, χωρίς να γογγύζη. Ποτέ δεν έπαιρνε χρήματα. Αν του έβαζαν κάτι στην τσέπη και επέμεναν να το πάρη «για να πιαστή», όπως έλεγαν, τα έπαιρνε και μετά τα έρριχνε στο παγκάρι της εκκλησίας.

Όταν μάθαινε ότι κάποια οικογένεια είχε προβλήματα, από μόνος του διάβαζε ευχές κάθε μέρα μέχρι να δη ότι ξεπεράστηκαν τα προβλήματα. Ως καλός και όχι μισθωτός ποιμένας αγρυπνούσε και προσευχόταν για τα λογικά του πρόβατα. Ακόμα και όταν αρρώσταιναν τα άλογα κτήνη τον καλούσαν να διαβάση ευχή. Έπαιρνε το πετραχήλι, το Ευχολόγιο και την εικόνα του αγίου Μοδέστου. Έβαζε την εικόνα στο παχνί και διάβαζε μέχρι που και το τελευταίο ζώο θα γινόταν καλά. Οι ευεργετηθέντες από ευγνωμοσύνη του πήγαιναν δώρα, δύο αυγά, ένα κιλό σιτάρι, κ.α. αλλά χρήματα δεν έπαιρνε, γιατί έλεγε ότι η ευχή είναι δωρεάν.

συνέχεια…